- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

πάνοπλος?

First/Second declension Adjective; Transliteration: panoplos

Principal Part: πάνοπλος πάνοπλον

Structure: πανοπλ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: ὅπλον

Sense

  1. in full armour, full-armed, of full armour

Declension

First/Second declension

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • οὐκ οἶσθα δορὸς πέλας Ἀργείου νυχίαν ἡμᾶς κοίταν πανόπλους κατέχοντας· (Euripides, Rhesus, choral, anapests20)
  • κρόταλα δὲ βρόμια διαπρύσιον ἱέντα κέλαδον ἀνεβόα, θηρῶν ὅτε ζυγίους ζευξάσᾳ θεᾷ σατίνας τὰν ἁρπασθεῖσαν κυκλίων χορῶν ἔξω παρθενίων μετὰ κούραν, ἀελλόποδες, ἃ μὲν τόξοις Ἄρτεμις, ἃ δ ἔγχει Γοργῶπις πάνοπλος, <συνείποντο. (Euripides, Helen, choral, strophe 12)
  • τίς δ οὗτος ἀμφὶ μνῆμα τὸ Ζήθου περᾷ καταβόστρυχος, ὄμμασι γοργὸς εἰσιδεῖν νεανίας, λοχαγός, ὡς ὄχλος νιν ὑστέρῳ ποδὶ πάνοπλος ἀμφέπει· (Euripides, Phoenissae, episode, lyric 1:1)
  • ἔνθεν ἐξανῆκε γᾶ πάνοπλον ὄψιν ὑπὲρ ἄκρων ὁρ´ων χθονός: (Euripides, Phoenissae, choral, antistrophe 14)
  • ἐγγὺς γὰρ ἤδη πάνοπλος Ἀργείων στρατὸς χωρεῖ, κονίει, πεδία δ ἀργηστὴς ἀφρὸς χραίνει σταλαγμοῖς ἱππικῶν ἐκ πλευμόνων. (Aeschylus, Seven Against Thebes, episode 4:9)

Synonyms

  1. in full armour

Related

명사

형용사

동사

부사

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION