Ancient Greek-English Dictionary Language

παραχειμασία

First declension Noun; Feminine Transliteration:

Principal Part: παραχειμασία

Structure: παραχειμασι (Stem) + ᾱ (Ending)

Etym.: from paraxeima/zw

Sense

  1. a wintering in a place

Examples

  • ἀποστείλασ δή τινασ ἅμα τοῖσ μηνυταῖσ κατασκευαστοὺσ εἰσ τὰσ πόλεισ πρὶν αὐτὸσ ἐλθεῖν, προσεσκεύασε λέγεσθαι πρὸσ τοὺσ ἐν ταῖσ παραχειμασίαισ, ὅτι τὰσ μὲν φρουρὰσ ἔγνω καταλιπεῖν ἐν ταῖσ πόλεσι τὰσ τότε οὔσασ, ἐπειδὴ βουλομένοισ ἐστὶ τοῖσ Καμπανοῖσ αὐτὰσ μένειν, τῇ δ’ οἴκοθεν ἀφιγμένῃ σὺν αὐτῷ δυνάμει πολεμεῖν πρὸσ Σαυνίτασ παρασκευάζεται, καὶ ἔπεισεν ἅπαντασ ταῦτα ὑπολαβεῖν. (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, Books X-XX, book 15, chapter 3 11:1)

Synonyms

  1. a wintering in a place

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION