헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

μεταδιώκω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: μεταδιώκω μεταδιώξομαι

형태분석: μετα (접두사) + διώκ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 뒤쫓다, 추적하다
  1. to follow closely after, pursue

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μεταδιώκω

(나는) 뒤쫓는다

μεταδιώκεις

(너는) 뒤쫓는다

μεταδιώκει

(그는) 뒤쫓는다

쌍수 μεταδιώκετον

(너희 둘은) 뒤쫓는다

μεταδιώκετον

(그 둘은) 뒤쫓는다

복수 μεταδιώκομεν

(우리는) 뒤쫓는다

μεταδιώκετε

(너희는) 뒤쫓는다

μεταδιώκουσιν*

(그들은) 뒤쫓는다

접속법단수 μεταδιώκω

(나는) 뒤쫓자

μεταδιώκῃς

(너는) 뒤쫓자

μεταδιώκῃ

(그는) 뒤쫓자

쌍수 μεταδιώκητον

(너희 둘은) 뒤쫓자

μεταδιώκητον

(그 둘은) 뒤쫓자

복수 μεταδιώκωμεν

(우리는) 뒤쫓자

μεταδιώκητε

(너희는) 뒤쫓자

μεταδιώκωσιν*

(그들은) 뒤쫓자

기원법단수 μεταδιώκοιμι

(나는) 뒤쫓기를 (바라다)

μεταδιώκοις

(너는) 뒤쫓기를 (바라다)

μεταδιώκοι

(그는) 뒤쫓기를 (바라다)

쌍수 μεταδιώκοιτον

(너희 둘은) 뒤쫓기를 (바라다)

μεταδιωκοίτην

(그 둘은) 뒤쫓기를 (바라다)

복수 μεταδιώκοιμεν

(우리는) 뒤쫓기를 (바라다)

μεταδιώκοιτε

(너희는) 뒤쫓기를 (바라다)

μεταδιώκοιεν

(그들은) 뒤쫓기를 (바라다)

명령법단수 μεταδίωκε

(너는) 뒤쫓아라

μεταδιωκέτω

(그는) 뒤쫓아라

쌍수 μεταδιώκετον

(너희 둘은) 뒤쫓아라

μεταδιωκέτων

(그 둘은) 뒤쫓아라

복수 μεταδιώκετε

(너희는) 뒤쫓아라

μεταδιωκόντων, μεταδιωκέτωσαν

(그들은) 뒤쫓아라

부정사 μεταδιώκειν

뒤쫓는 것

분사 남성여성중성
μεταδιωκων

μεταδιωκοντος

μεταδιωκουσα

μεταδιωκουσης

μεταδιωκον

μεταδιωκοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μεταδιώκομαι

(나는) 뒤쫓어진다

μεταδιώκει, μεταδιώκῃ

(너는) 뒤쫓어진다

μεταδιώκεται

(그는) 뒤쫓어진다

쌍수 μεταδιώκεσθον

(너희 둘은) 뒤쫓어진다

μεταδιώκεσθον

(그 둘은) 뒤쫓어진다

복수 μεταδιωκόμεθα

(우리는) 뒤쫓어진다

μεταδιώκεσθε

(너희는) 뒤쫓어진다

μεταδιώκονται

(그들은) 뒤쫓어진다

접속법단수 μεταδιώκωμαι

(나는) 뒤쫓어지자

μεταδιώκῃ

(너는) 뒤쫓어지자

μεταδιώκηται

(그는) 뒤쫓어지자

쌍수 μεταδιώκησθον

(너희 둘은) 뒤쫓어지자

μεταδιώκησθον

(그 둘은) 뒤쫓어지자

복수 μεταδιωκώμεθα

(우리는) 뒤쫓어지자

μεταδιώκησθε

(너희는) 뒤쫓어지자

μεταδιώκωνται

(그들은) 뒤쫓어지자

기원법단수 μεταδιωκοίμην

(나는) 뒤쫓어지기를 (바라다)

μεταδιώκοιο

(너는) 뒤쫓어지기를 (바라다)

μεταδιώκοιτο

(그는) 뒤쫓어지기를 (바라다)

쌍수 μεταδιώκοισθον

(너희 둘은) 뒤쫓어지기를 (바라다)

μεταδιωκοίσθην

(그 둘은) 뒤쫓어지기를 (바라다)

복수 μεταδιωκοίμεθα

(우리는) 뒤쫓어지기를 (바라다)

μεταδιώκοισθε

(너희는) 뒤쫓어지기를 (바라다)

μεταδιώκοιντο

(그들은) 뒤쫓어지기를 (바라다)

명령법단수 μεταδιώκου

(너는) 뒤쫓어져라

μεταδιωκέσθω

(그는) 뒤쫓어져라

쌍수 μεταδιώκεσθον

(너희 둘은) 뒤쫓어져라

μεταδιωκέσθων

(그 둘은) 뒤쫓어져라

복수 μεταδιώκεσθε

(너희는) 뒤쫓어져라

μεταδιωκέσθων, μεταδιωκέσθωσαν

(그들은) 뒤쫓어져라

부정사 μεταδιώκεσθαι

뒤쫓어지는 것

분사 남성여성중성
μεταδιωκομενος

μεταδιωκομενου

μεταδιωκομενη

μεταδιωκομενης

μεταδιωκομενον

μεταδιωκομενου

미래 시제

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μεταδιώξομαι

(나는) 뒤쫓겠다

μεταδιώξει, μεταδιώξῃ

(너는) 뒤쫓겠다

μεταδιώξεται

(그는) 뒤쫓겠다

쌍수 μεταδιώξεσθον

(너희 둘은) 뒤쫓겠다

μεταδιώξεσθον

(그 둘은) 뒤쫓겠다

복수 μεταδιωξόμεθα

(우리는) 뒤쫓겠다

μεταδιώξεσθε

(너희는) 뒤쫓겠다

μεταδιώξονται

(그들은) 뒤쫓겠다

기원법단수 μεταδιωξοίμην

(나는) 뒤쫓겠기를 (바라다)

μεταδιώξοιο

(너는) 뒤쫓겠기를 (바라다)

μεταδιώξοιτο

(그는) 뒤쫓겠기를 (바라다)

쌍수 μεταδιώξοισθον

(너희 둘은) 뒤쫓겠기를 (바라다)

μεταδιωξοίσθην

(그 둘은) 뒤쫓겠기를 (바라다)

복수 μεταδιωξοίμεθα

(우리는) 뒤쫓겠기를 (바라다)

μεταδιώξοισθε

(너희는) 뒤쫓겠기를 (바라다)

μεταδιώξοιντο

(그들은) 뒤쫓겠기를 (바라다)

부정사 μεταδιώξεσθαι

뒤쫓을 것

분사 남성여성중성
μεταδιωξομενος

μεταδιωξομενου

μεταδιωξομενη

μεταδιωξομενης

μεταδιωξομενον

μεταδιωξομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μετεδίωκον

(나는) 뒤쫓고 있었다

μετεδίωκες

(너는) 뒤쫓고 있었다

μετεδίωκεν*

(그는) 뒤쫓고 있었다

쌍수 μετεδιώκετον

(너희 둘은) 뒤쫓고 있었다

μετεδιωκέτην

(그 둘은) 뒤쫓고 있었다

복수 μετεδιώκομεν

(우리는) 뒤쫓고 있었다

μετεδιώκετε

(너희는) 뒤쫓고 있었다

μετεδίωκον

(그들은) 뒤쫓고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μετεδιωκόμην

(나는) 뒤쫓어지고 있었다

μετεδιώκου

(너는) 뒤쫓어지고 있었다

μετεδιώκετο

(그는) 뒤쫓어지고 있었다

쌍수 μετεδιώκεσθον

(너희 둘은) 뒤쫓어지고 있었다

μετεδιωκέσθην

(그 둘은) 뒤쫓어지고 있었다

복수 μετεδιωκόμεθα

(우리는) 뒤쫓어지고 있었다

μετεδιώκεσθε

(너희는) 뒤쫓어지고 있었다

μετεδιώκοντο

(그들은) 뒤쫓어지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • τὸ δὲ σύντομον τῆσ λέξεωσ μεταδιώκειν καὶ τὸ ἐξεργαστικὸν τῆσ πραγματείασ παραιτεῖσθαι τῷ τὴν μετάφρασιν ποιουμένῳ συγχωρητέον. (Septuagint, Liber Maccabees II 2:31)

    (70인역 성경, Liber Maccabees II 2:31)

  • τὰ πάντα πλὴν δραπέτην μεταδιώκειν. (Lucian, Vitarum auctio, (no name) 26:20)

    (루키아노스, Vitarum auctio, (no name) 26:20)

  • τῶν γὰρ ὄντων ᾧ νοῦν μόνῳ κτᾶσθαι προσήκει, λεκτέον ψυχήν ‐ τοῦτο δὲ ἀόρατον, πῦρ δὲ καὶ ὕδωρ καὶ γῆ καὶ ἀὴρ σώματα πάντα ὁρατὰ γέγονεν ‐ τὸν δὲ νοῦ καὶ ἐπιστήμησ ἐραστὴν ἀνάγκη τὰσ τῆσ ἔμφρονοσ φύσεωσ αἰτίασ πρώτασ μεταδιώκειν, ὅσαι δὲ ὑπ’ ἄλλων μὲν κινουμένων, ἕτερα δὲ κατὰ ἀνάγκησ κινούντων γίγνονται, δευτέρασ. (Plato, Hippias Major, Hippias Minor, Ion, Menexenus, Cleitophon, Timaeus, Critias, Minos, Epinomis, 184:3)

    (플라톤, Hippias Major, Hippias Minor, Ion, Menexenus, Cleitophon, Timaeus, Critias, Minos, Epinomis, 184:3)

  • καὶ ταύτασ γε δὴ παντάπασιν ἀεὶ μεταδιώκει τοσούτῳ μᾶλλον ὅσῳ ἂν ἀκολαστότερόσ τε καὶ ἀφρονέστεροσ ὢν τυγχάνῃ, καὶ καλεῖ δὴ μεγίστασ ταύτασ, καὶ τὸν ἐν αὐταῖσ ὅτι μάλιστ’ ἀεὶ ζῶντα εὐδαιμονέστατον καταριθμεῖται. (Plato, Parmenides, Philebus, Symposium, Phaedrus, 219:3)

    (플라톤, Parmenides, Philebus, Symposium, Phaedrus, 219:3)

  • τότε μὲν οὖν ὁ παῖσ ἀναπηδήσασ ἐπὶ τὸν ἵππον μετεδίωκε τὸν πατέρα. (Xenophon, Hellenica, , chapter 1 44:7)

    (크세노폰, Hellenica, , chapter 1 44:7)

유의어

  1. 뒤쫓다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION