헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

λατρεία

1군 변화 명사; 여성 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: λατρεία λατρείας

형태분석: λατρει (어간) + α (어미)

어원: latreu/w

  1. 봉사, 복무
  2. 우상
  1. service
  2. worship

곡용 정보

1군 변화
단수 쌍수 복수
주격 λατρεία

봉사가

λατρείᾱ

봉사들이

λατρεῖαι

봉사들이

속격 λατρείᾱς

봉사의

λατρείαιν

봉사들의

λατρειῶν

봉사들의

여격 λατρείᾱͅ

봉사에게

λατρείαιν

봉사들에게

λατρείαις

봉사들에게

대격 λατρεῖαν

봉사를

λατρείᾱ

봉사들을

λατρείᾱς

봉사들을

호격 λατρεῖα

봉사야

λατρείᾱ

봉사들아

λατρεῖαι

봉사들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • καὶ τῶν ἐφημεριῶν τῶν ἱερέων καὶ τῶν Λευιτῶν εἰσ πᾶσαν ἐργασίαν λειτουργίασ οἴκου Κυρίου καὶ τῶν ἀποθηκῶν τῶν λειτουργησίμων σκευῶν τῆσ λατρείασ οἴκου Κυρίου, (Septuagint, Liber I Paralipomenon 28:13)

    (70인역 성경, 역대기 상권 28:13)

  • καὶ ἀπεκρίθη Ματταθίασ καὶ εἶπε φωνῇ μεγάλῃ. εἰ πάντα τὰ ἔθνη τὰ ἐν οἴκῳ τῆσ βασιλείασ τοῦ βασιλέωσ ἀκούουσιν αὐτοῦ, ἀποστῆναι ἕκαστοσ ἀπὸ λατρείασ πατέρων αὐτοῦ καὶ ᾑρετίσαντο ἐν ταῖσ ἐντολαῖσ αὐτοῦ, (Septuagint, Liber Maccabees I 2:19)

    (70인역 성경, Liber Maccabees I 2:19)

  • τοιούτου δὴ τοῦ βίου τῶν ἀνθρώπων ὄντοσ οἱο͂ν οὗτοί φασι, πῶσ οὐκ εὐδαιμονίζειν μᾶλλον προσήκει τοὺσ ἀπολυθέντασ τῆσ ἐν αὐτῷ λατρείασ ἢ κατοικτίρειν τε καὶ θρηνεῖν, ὅπερ οἱ πολλοὶ δρῶσι δι’ ἀμαθίαν; (Plutarch, Consolatio ad Apollonium, chapter, section 11 8:1)

    (플루타르코스, Consolatio ad Apollonium, chapter, section 11 8:1)

  • "ἀλλ’ ὥσπερ εἰ διαποροῖεν αἱ Δαναΐδεσ τίνα βίον βιώσονται καὶ τί πράξουσιν ἀπαλλαγεῖσαι τῆσ περὶ τὸν πίθον λατρείασ καὶ πληρώσεωσ, οὕτω διαποροῦμεν ἡμεῖσ, εἰ γένοιτο παύσασθαι φοροῦντασ εἰσ τὴν σάρκα τὴν ἄτρυτον ἐκ γῆσ ἅμα καὶ θαλάττησ τοσαῦτα, τί πράξομεν ἀπειρίᾳ τῶν καλῶν τὸν ἐπὶ τοῖσ ἀναγκαίοισ στέργοντεσ βίον. (Plutarch, Septem sapientium convivium, chapter, section 1625)

    (플루타르코스, Septem sapientium convivium, chapter, section 1625)

  • "ὥσπερ οὖν οἱ δουλεύσαντεσ, ὅταν ἐλευθερωθῶσιν, ἃ πάλαι τοῖσ δεσπόταισ ἔπραττον ὑπηρετοῦντεσ, ταῦτα πράττουσιν αὑτοῖσ καὶ δι’ αὑτούσ, οὕτωσ ἡ ψυχὴ νῦν μὲν τρέφει τὸ σῶμα πολλοῖσ πόνοισ καὶ ἀσχολίαισ, εἰ δ’ ἀπαλλαγείη τῆσ λατρείασ, αὑτὴν δήπουθεν ἐλευθέραν γενομένην θρέψει καὶ βιώσεται, εἰσ αὑτὴν ὁρῶσα καὶ τὴν ἀλήθειαν, οὐδενὸσ περισπῶντοσ οὐδ’ ἀπάγοντοσ. (Plutarch, Septem sapientium convivium, chapter, section 1626)

    (플루타르코스, Septem sapientium convivium, chapter, section 1626)

유의어

  1. 봉사

  2. 우상

관련어

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION