헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κωμῳδός

2군 변화 명사; 남성 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κωμῳδός κωμῳδοῦ

형태분석: κωμῳδ (어간) + ος (어미)

어원: v.  kwmw|di/a

  1. 희극 배우, 희극 작가
  1. a comedian
  2. a comic actor
  3. a comic poet

곡용 정보

2군 변화
단수 쌍수 복수
주격 κωμῳδός

희극 배우가

κωμῳδώ

희극 배우들이

κωμῳδοί

희극 배우들이

속격 κωμῳδοῦ

희극 배우의

κωμῳδοῖν

희극 배우들의

κωμῳδῶν

희극 배우들의

여격 κωμῳδῷ

희극 배우에게

κωμῳδοῖν

희극 배우들에게

κωμῳδοῖς

희극 배우들에게

대격 κωμῳδόν

희극 배우를

κωμῳδώ

희극 배우들을

κωμῳδούς

희극 배우들을

호격 κωμῳδέ

희극 배우야

κωμῳδώ

희극 배우들아

κωμῳδοί

희극 배우들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • πῶσ οὖν οὐ δεινὰ ὕβρισμαι μηκέτ’ ἐπὶ τοῦ οἰκείου διακείμενοσ,^ ἀλλὰ κωμῳδῶν καὶ γελωτοποιῶν καὶ ὑποθέσεισ ἀλλοκότουσ ὑποκρινόμενοσ αὐτῷ; (Lucian, Bis accusatus sive tribunalia, (no name) 33:11)

    (루키아노스, Bis accusatus sive tribunalia, (no name) 33:11)

  • τοῖσ δέ γε κωμῳδοῖσ καὶ λοιδορεῖσθαι καὶ ἀποσκώπτειν ἐφίεμεν εἰσ τοὺσ πολίτασ οὓσ ἂν αἰσχρὰ καὶ ἀνάξια τῆσ πόλεωσ ἐπιτηδεύοντασ αἴσθωνται, αὐτῶν τε ἐκείνων χάριν, ἀμείνουσ γὰρ οὕτω γίγνονται ὀνειδιζόμενοι, καὶ τῶν πολλῶν, ὡσ φεύγοιεν τὸν ἐπὶ τοῖσ ὁμοίοισ ἔλεγχον. (Lucian, Anacharsis, (no name) 22:4)

    (루키아노스, Anacharsis, (no name) 22:4)

  • εἶδον, ὦ Σόλων, οὓσ φὴσ τοὺσ τραγῳδοὺσ καὶ κωμῳδούσ, εἴ γε ἐκεῖνοὶ εἰσιν, ὑποδήματα μὲν βαρέα καὶ ὑψηλὰ ὑποδεδεμένοι, χρυσαῖσ δὲ ταινίαισ τὴν ἐσθῆτα πεποικιλμένοι, κράνη δὲ ἐπικείμενοι παγγέλοια κεχηνότα παμμέγεθεσ· (Lucian, Anacharsis, (no name) 23:1)

    (루키아노스, Anacharsis, (no name) 23:1)

  • οἱ δὲ κωμῳδοὶ βραχύτεροι μὲν ἐκείνων καὶ πεζοὶ καὶ ἀνθρωπινώτεροι καὶ ἧττον ἐβόων, κράνη δὲ πολὺ γελοιότερα. (Lucian, Anacharsis, (no name) 23:4)

    (루키아노스, Anacharsis, (no name) 23:4)

  • ἢ τὰσ πανοπλίασ ἐκείνασ τότε ἀναλήψεσθε τὰσ τῶν κωμῳδῶν τε καὶ τραγῳδῶν, καὶ ἢν προτεθῇ ὑμῖν ἔξοδοσ, ἐκεῖνα τὰ κράνη περιθήσεσθε τὰ κεχηνότα, ὡσ φοβερώτεροι εἰήτε τοῖσ ἐναντίοισ μορμολυττόμενοι αὐτούσ, καὶ ὑποδήσεσθε τὰ ὑψηλὰ ἐκεῖνα δηλαδή· (Lucian, Anacharsis, (no name) 32:1)

    (루키아노스, Anacharsis, (no name) 32:1)

  • οἱο͂ν ἐν συμποσίῳ φίλου κιθαρῳδὸσ ᾄδει κακῶσ ἢ πολλοῦ κωμῳδὸσ ἐωνημένοσ ἐπιτρίβει Μένανδρον, οἱ δὲ πολλοὶ κροτοῦσι καὶ θαυμάζουσιν· (Plutarch, De vitioso pudore, section 62)

    (플루타르코스, De vitioso pudore, section 62)

  • οὗτοι γὰρ οἱ τότε παρ’ αὐτῷ δυνάμενοι μέγιστον ἦσαν, Ῥώσκιοσ ὁ κωμῳδὸσ καὶ Σῶριξ ὁ ἀρχιμῖμοσ καὶ Μητρόβιοσ ὁ λυσιῳδόσ, οὗ καίπερ ἐξώρου γενομένου διετέλει μέχρι παντὸσ ἐρᾶν οὐκ ἀρνούμενοσ. (Plutarch, Sulla, chapter 36 1:2)

    (플루타르코스, Sulla, chapter 36 1:2)

  • περὶ ὧν ἐγένοντο λόγοι καὶ σοῦ παρόντοσ ἐν Ἀθήναισ ἡμῖν, ὅτε Στράτων ὁ κωμῳδὸσ εὐημέρησεν ἦν γὰρ αὐτοῦ πολὺσ λόγοσ, ἑστιωμένων ἡμῶν παρὰ Βοήθῳ τῷ Ἐπικουρείῳ συνεδείπνουν δ’ οὐκ ὀλίγοι τῶν ἀπὸ τῆσ αἱρέσεωσ. (Plutarch, Quaestiones Convivales, book 5, 1)

    (플루타르코스, Quaestiones Convivales, book 5, 1)

유의어

  1. 희극 배우

  2. a comic actor

  3. a comic poet

관련어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION