헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

γυμνικός

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: γυμνικός

형태분석: γυμνικ (어간) + ος (어미)

어원: gumno/s

  1. of or for gymnastic exercises

곡용 정보

1/2군 변화
남/여성 중성
단수주격 γυμνικός

(이)가

γύμνικον

(것)가

속격 γυμνικοῦ

(이)의

γυμνίκου

(것)의

여격 γυμνικῷ

(이)에게

γυμνίκῳ

(것)에게

대격 γυμνικόν

(이)를

γύμνικον

(것)를

호격 γυμνικέ

(이)야

γύμνικον

(것)야

쌍수주/대/호 γυμνικώ

(이)들이

γυμνίκω

(것)들이

속/여 γυμνικοῖν

(이)들의

γυμνίκοιν

(것)들의

복수주격 γυμνικοί

(이)들이

γύμνικα

(것)들이

속격 γυμνικῶν

(이)들의

γυμνίκων

(것)들의

여격 γυμνικοῖς

(이)들에게

γυμνίκοις

(것)들에게

대격 γυμνικούς

(이)들을

γύμνικα

(것)들을

호격 γυμνικοί

(이)들아

γύμνικα

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • τοῦ δὲ γυμνικοῦ ἀγῶνοσ ἐγγὺσ ὄντοσ, ὁ πλεῖστοσ ἦν λόγοσ περὶ τῶν παλαιστῶν πολλοὶ γὰρ ἐτύγχανον ἀφιγμένοι καὶ ἔνδοξοι. (Plutarch, Quaestiones Convivales, book 2, 1:2)

    (플루타르코스, Quaestiones Convivales, book 2, 1:2)

  • τούτων δὲ πραττομένων ἐν τῇ Ἀσίᾳ ὑπὸ Δερκυλίδα, Λακεδαιμόνιοι κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον, πάλαι ὀργιζόμενοι τοῖσ Ἠλείοισ καὶ ὅτι ἐποιήσαντο συμμαχίαν πρὸσ Ἀθηναίουσ καὶ Ἀργείουσ καὶ Μαντινέασ, καὶ ὅτι δίκην φάσκοντεσ καταδεδικάσθαι αὐτῶν ἐκώλυον καὶ τοῦ ἱππικοῦ καὶ τοῦ γυμνικοῦ ἀγῶνοσ, καὶ οὐ μόνον ταῦτ’ ἤρκει, ἀλλὰ καὶ Λίχα παραδόντοσ Θηβαίοισ τὸ ἁρ́μα, ἐπεὶ ἐκηρύττοντο νικῶντεσ, ὅτε εἰσῆλθε Λίχασ στεφανώσων τὸν ἡνίοχον, μαστιγοῦντεσ αὐτόν, ἄνδρα γέροντα, ἐξήλασαν· (Xenophon, Hellenica, , chapter 2 27:1)

    (크세노폰, Hellenica, , chapter 2 27:1)

유의어

  1. of or for gymnastic exercises

관련어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION