헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

γαμέτης

1군 변화 명사; 남성 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: γαμέτης

형태분석: γαμετ (어간) + ης (어미)

어원: game/w

  1. 남편, 배우자, 양반
  1. a husband, spouse

곡용 정보

1군 변화
단수 쌍수 복수
주격 γαμέτης

남편이

γαμέτᾱ

남편들이

γαμέται

남편들이

속격 γαμέτου

남편의

γαμέταιν

남편들의

γαμετῶν

남편들의

여격 γαμέτῃ

남편에게

γαμέταιν

남편들에게

γαμέταις

남편들에게

대격 γαμέτην

남편을

γαμέτᾱ

남편들을

γαμέτᾱς

남편들을

호격 γαμέτα

남편아

γαμέτᾱ

남편들아

γαμέται

남편들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • χρημάτων καὶ κύβοι καὶ κῶμοι καὶ πότοι καὶ παρθένων ἔρωτεσ καὶ γυναικῶν οἰκοφθορίαι γαμετῶν. (Plutarch, De liberis educandis, section 16 4:1)

    (플루타르코스, De liberis educandis, section 16 4:1)

  • ἡμεῖσ οὖν τὸν περὶ ἐρωτικῶν λόγον ἐνταῦθα μέλλοντεσ κατατάττειν ἐγένοντο γὰρ καὶ περὶ γαμετῶν καὶ ἑταιρῶν πολλάκισ λόγοι εἰδόσιν ἐκτιθέμενοι τὴν ἱστορίαν τῶν Μουσῶν τὴν Ἐρατὼ ἐπικαλεσάμενοι εἰσ μνήμην ἡμῖν ἰέναι τὸν ἐρωτικὸν ἐκεῖνον κατάλογον, ἐντεῦθεν τὴν καταρχὴν ποιησόμεθα· (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 13, book 13 1:2)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 13, book 13 1:2)

유의어

  1. 남편

관련어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION