Ancient Greek-English Dictionary Language

εὔμορφος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: εὔμορφος εὔμορφον

Structure: εὐμορφ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: morfh/

Sense

  1. fair of form, comely, goodly

Examples

  • καρπώματα στάζοντα κηρύσσει Κύπρισ καλωρα κωλύουσαν θωσμένειν ἐρῶ, καὶ παρθένων χλιδαῖσιν εὐμόρφοισ ἔπι πᾶσ τισ παρελθὼν ὄμματοσ θελκτήριον τόξευμ’ ἔπεμψεν, ἱμέρου νικώμενοσ. (Aeschylus, Suppliant Women, episode, trochees11)
  • τὰσ δὲ διαπράσεισ τῶν δεδημευμένων οἴκων οὕτωσ ὑπερηφάνωσ ἐποιεῖτο καὶ δεσποτικῶσ ἐπὶ βήματοσ καθεζόμενοσ, ὥστε τῶν ἀφαιρέσεων ἐπαχθεστέρασ αὐτοῦ τὰσ δωρεὰσ εἶναι, καὶ γυναιξὶν εὐμόρφοισ καὶ λυρῳδοῖσ καὶ μίμοισ καὶ καθάρμασιν ἐξελευθερικοῖσ ἐθνῶν χώρασ καὶ πόλεων χαριζομένου προσόδουσ, ἐνίοισ δὲ γάμουσ ἀκουσίωσ ζευγνυμένων γυναικῶν. (Plutarch, Sulla, chapter 33 2:1)

Synonyms

  1. fair of form

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION