Ancient Greek-English Dictionary Language

ἐπιτείχισμα

Third declension Noun; Neuter 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ἐπιτείχισμα ἐπιτείχισματος

Structure: ἐπιτειχισματ (Stem)

Etym.: from e)piteixi/zw

Sense

  1. a fort placed on the enemy's, frontier, fortresses which command
  2. a barrier or obstacle

Examples

  • ταύτῃ φρουρίῳ καὶ ἐπιτειχίσματι κατὰ τῶν Ὀμβρικῶν χρώμενοι, κατεσκευασμένῃ τε ὡσ ἔρυμα εἶναι πολέμου ἀποχρώντωσ καὶ χώραν ἐχούσῃ τὴν πέριξ εὔβοτον, πολλῶν καὶ ἄλλων ἐκράτησαν χωρίων τοῖσ τε Ἀβοριγῖσι τὸν πρὸσ τοὺσ Σικελοὺσ πόλεμον ἔτι συνεστῶτα πολλῇ προθυμίᾳ συνδιέφερον, ἑώσ ἐξήλασαν αὐτοὺσ ἐκ τῆσ σφετέρασ. (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, book 1, chapter 20 6:2)
  • καὶ ἐκ τούτου ἐπολιορκοῦντο μᾶλλον οἱ ἐν τῷ ἐπιτειχίσματι Ἀθηναίων ἢ οἱ ἐν τῇ πόλει· (Xenophon, Hellenica, , chapter 1 8:2)
  • Πολυσπέρχοντά φασιν ἄνδρα Αἰτωλὸν ἐπιτειχίσματι ἐπὶ τοὺσ Ἀρκάδασ χρήσασθαι. (Pausanias, Description of Greece, , chapter 6 3:1)

Synonyms

  1. a fort placed on the enemy's

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION