헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

δίνω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: δίνω

형태분석: δίν (어간) + ω (인칭어미)

어원: only in pres.

  1. to thresh out on the

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 δίνω

δίνεις

δίνει

쌍수 δίνετον

δίνετον

복수 δίνομεν

δίνετε

δίνουσιν*

접속법단수 δίνω

δίνῃς

δίνῃ

쌍수 δίνητον

δίνητον

복수 δίνωμεν

δίνητε

δίνωσιν*

기원법단수 δίνοιμι

δίνοις

δίνοι

쌍수 δίνοιτον

δινοίτην

복수 δίνοιμεν

δίνοιτε

δίνοιεν

명령법단수 δίνε

δινέτω

쌍수 δίνετον

δινέτων

복수 δίνετε

δινόντων, δινέτωσαν

부정사 δίνειν

분사 남성여성중성
δινων

δινοντος

δινουσα

δινουσης

δινον

δινοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 δίνομαι

δίνει, δίνῃ

δίνεται

쌍수 δίνεσθον

δίνεσθον

복수 δινόμεθα

δίνεσθε

δίνονται

접속법단수 δίνωμαι

δίνῃ

δίνηται

쌍수 δίνησθον

δίνησθον

복수 δινώμεθα

δίνησθε

δίνωνται

기원법단수 δινοίμην

δίνοιο

δίνοιτο

쌍수 δίνοισθον

δινοίσθην

복수 δινοίμεθα

δίνοισθε

δίνοιντο

명령법단수 δίνου

δινέσθω

쌍수 δίνεσθον

δινέσθων

복수 δίνεσθε

δινέσθων, δινέσθωσαν

부정사 δίνεσθαι

분사 남성여성중성
δινομενος

δινομενου

δινομενη

δινομενης

δινομενον

δινομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ὡσ γὰρ οἱ δῖνοι τῶν ἅμα κύκλῳ καταφερομένων σωμάτων οὐκ ἐπικρατοῦσι βεβαίωσ, ἀλλὰ κύκλῳ μὲν ὑπ’ ἀνάγκησ φερομένων κάτω δὲ φύσει ῥεπόντων γίγνεταί τισ ἐξ ἀμφοῖν ταραχώδησ καὶ παράφοροσ ἑλιγμόσ, οὕτωσ ὁ καλούμενοσ ἐνθουσιασμὸσ ἐοίκε μῖξισ εἶναι κινήσεων δυοῖν, τὴν μὲν ὡσ πέπονθε τῆσ ψυχῆσ ἅμα τὴν δ’ ὡσ πέφυκε κινουμένησ. (Plutarch, De Pythiae oraculis, section 2110)

    (플루타르코스, De Pythiae oraculis, section 2110)

  • Ὁκόσοισι δὲ τῶν πυρετῶν δῖνοί τε ἀπ’ ἀρχῆσ καὶ σφυγμοὶ κεφαλῆσ εἰσι καὶ οὖρα λεπτὰ, τουτέοισι προσδέχεσθαι πρὸσ τὰσ κρίσιασ παροξυνθησόμενον τὸν πυρετόν‧ οὐ θαυμάσαιμι δ’ ἂν οὐδ’ εἰ παραφρονήσειαν. (Hippocrates, Oeuvres Completes D'Hippocrate., , 7.9)

    (히포크라테스, Oeuvres Completes D'Hippocrate., , 7.9)

  • ἑώσ δὲ θαλάττησ δῖνοι ἀποτελοῦνται. (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, I, EPIKOUROS 105:2)

    (디오게네스 라에르티오스, Lives of Eminent Philosophers, I, EPIKOUROS 105:2)

유의어

  1. to thresh out on the

관련어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION