ἀπαμάω
α-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
ἀπαμάω
Structure:
ἀπ
(Prefix)
+
ἀμά
(Stem)
+
ω
(Ending)
Etym.: a)pa_- Hom., a)pa- Soph.
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- αἰσθόμενοσ δ’ αὐτὸν οὕτωσ ἔχοντα Τηρίβαζοσ ἔτι μᾶλλον ἐξετράχυνεν, ἐν τοῖσ ἐκείνου συνιδὼν τὰ καθ’ αὑτόν, ἦν δὲ τοιαῦτα, πλειόνων οὐσῶν βασιλεῖ θυγατέρων ὡμολόγησε Φαρναβάζῳ μὲν Ἀπάμαν δώσειν γυναῖκα, Ῥοδογούνην δὲ Ὀρόντῃ, Τηριβάζῳ δὲ Ἄμηστριν. (Plutarch, Artaxerxes, chapter 27 4:1)
- Βαρσίνην γὰρ τὴν Ἀρταβάζου πρώτην ἐν Ἀσίᾳ γνοὺσ ὁ Ἀλέξανδροσ, ἐξ ἧσ υἱὸν ἔσχεν Ἡρακλέα, τῶν ταύτησ ἀδελφῶν Πτολεμαίῳ μὲν Ἀπάμαν, Εὐμενεῖ δὲ Βαρσίνην ἐξέδωκεν, ὅτε καὶ τὰσ ἄλλασ Περσίδασ διένειμε καὶ συνῴκισε τοῖσ ἑταίροισ. (Plutarch, chapter 1 3:2)
- τῶν τισ Μακεδόνων Ἀλέξανδροσ, ἐν Μεγάλῃ πόλει τραφεὶσ καὶ τῆσ αὐτόθι πολιτείασ ἀξιωθείσ, ἐτερατεύετο γένοσ Ἀλεξάνδρῳ τῷ Φιλίππου προσήκειν, γενομένουσ τέ οἱ παῖδασ ὠνόμασεν, ἐσ πίστιν ὧν ἐλογοποίει, Φίλιππόν τε καὶ Ἀλέξανδρον καὶ Ἀπάμαν, ἣν Ἀμυνάνδρῳ πρὸσ γάμον ἠγγύησεν. (Appian, The Foreign Wars, chapter 3 2:2)
Synonyms
-
to cut off
- ἀμάω (to cut)
- θερίζω (to cut off)
- μιστύλλω (to cut up)
- κατατέμνω (to cut, up)
- ἐπιτέμνω (to cut off)
- ἐντέμνω (to cut up)
- ἐκκόπτω (to cut off)
- ἀποτμήγω (to cut off from)
- ἀποκόπτω (I cut off)
- ἀποκόπτω ( I cut off)
- ἀποθερίζω (to cut off)
- συγκατακόπτω (to cut up together)
- ἐπικείρω (to cut off, cut down)
- διατέμνω (to cut up, to be cut into)
- διαμάω (to cut through)
- προτέμνω (to cut up beforehand)
- δατέομαι (to cut in two)
- ἐντέμνω (to cut in two)
- συγκόπτω (to break up, cut up)
- κατακόπτω (to cut in pieces, "cut up, ")
- καταμερίζω (to cut in pieces)
- κρεοκοπέω (to cut in pieces)
- ἀνατέμνω (to cut open)
- ἐγκατατέμνω (to cut up among)
- ἐπικείρω (to cut short)
- ἀποκείρω (to cut off, slay)
- συντέμνω (to cut out, shape)
- ἐπικνίζω (to cut on the surface)
- ἀποτέμνω (to cut off, sever, having)
- διαρταμέω (to cut limb from limb)
- ἐγγλύφω (to cut in, carve)
Derived
- ἀμάω (to reap corn, reaped, to reap)
- ἀμάω (to gather together, collect, having collected)
- διαμάω (to cut through, to scrape away, to get)
- ἐξαμάω (to mow or reap out, to finish mowing or reaping, to cut out)
- καταμάω (to scrape over, pile up, heap up)