ἀμάω
α-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
ἀμάω
ἀμήσω
ἤμησα
Structure:
ἀμά
(Stem)
+
ω
(Ending)
Etym.: 어근
MA 에
a 호음조 현상 ; 참고. 라틴어
MET-O (베다)
Sense
- to reap corn, reaped, to reap
- to cut
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- τοιαῦτα πολὺ μαντικώτεροι ὑμῶν οἱ γεωργοί, καὶ ἄριστα μαντεύσαιντ̓ ἂν ἡμῖν περὶ αὐτῶν, ὅτι ὕσαντοσ μὲν τοῦ θεοῦ εὐθαλῆ ἔσται τὰ δράγματα, ἢν δὲ αὐχμὸσ ἐπιλάβῃ καὶ διψήσωσιν αἱ ἄρουραι, οὐδεμία μηχανὴ μὴ οὐχὶ λιμὸν ἐπακολουθῆσαι τῷ δίψει αὐτῶν, καὶ ὅτι οὐ μεσοῦντοσ θέρουσ χρὴ ἀροῦν, ἢ οὐκ ἄν τι ὄφελοσ γένοιτο εἰκῆ ἐκχυθέντων τῶν σπερμάτων, οὐδὲ ἀμᾶν ἔτι χλωρὸν τὸν στάχυν, ἢ κενὸν εὑρεθήσεσθαι τὸν καρπόν. (Lucian, 12:1)
- πατρὸσ δ’ ἀτίμωσιν ἆρα τείσει ἕκατι μὲν δαιμόνων, ἕκατι δ’ ἀμᾶν χερῶν; (Aeschylus, Libation Bearers, choral, strophe 92)
- τέκνον, ἰδὲ τί ἐποίησεν Ἀμὰν Ἀχιαχάρῳ τῷ θρέψαντι αὐτόν, ὡσ ἐκ τοῦ φωτὸσ ἤγαγεν αὐτὸν εἰσ τὸ σκότοσ, καὶ ὅσα ἀνταπέδωκεν αὐτῷ. καὶ Ἀχιάχαροσ μὲν ἐσώθη, ἐκείνῳ δὲ τὸ ἀνταπόδομα ἐπεδόθη, καὶ αὐτὸσ κατέβη εἰσ τὸ σκότοσ. Μανασσῆσ ἐποίησεν ἐλεημοσύνην καὶ ἐσώθη ἐκ παγίδοσ θανάτου, ἧσ ἔπηξεν αὐτῷ, Ἀμὰν δὲ ἐνέπεσεν εἰσ τὴν παγίδα καὶ ἀπώλετο. (Septuagint, Liber Thobis 14:10)
- ρ καὶ ἦν Ἀμὰν Ἀμαδάθου Βουγαῖοσ ἔνδοξοσ ἐνώπιον τοῦ βασιλέωσ. καὶ ἐζήτησε κακοποιῆσαι τὸν Μαρδοχαῖον καὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν δύο εὐνούχων τοῦ βασιλέωσ. (Septuagint, Liber Esther 1:17)
- ἐν δὲ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ ἡδέωσ γενόμενοσ ὁ βασιλεὺσ εἶπε τῷ Ἀμὰν καὶ Βαζὰν καὶ Θάρᾳ καὶ Βαραζὶ καὶ Ζαθολθὰ καὶ Ἀβαταζὰ καὶ Θαραβά, τοῖσ ἑπτὰ εὐνούχοισ τοῖσ διακόνοισ τοῦ βασιλέωσ Ἀρταξέρξου, (Septuagint, Liber Esther 1:27)
- ΜΕΤΑ δὲ ταῦτα ἐδόξασεν ὁ βασιλεὺσ Ἀρταξέρξησ Ἀμὰν Ἀμαδάθου Βουγαῖον καὶ ὕψωσεν αὐτόν, καὶ ἐπρωτοβάθρει πάντων τῶν φίλων αὐτοῦ. (Septuagint, Liber Esther 3:1)
Synonyms
-
to reap corn
-
to cut
- ἐκκόπτω (to cut off)
- ἐντέμνω (to cut up)
- ἐπιτέμνω (to cut off)
- κατατέμνω (to cut, up)
- μιστύλλω (to cut up)
- θερίζω (to cut off)
- ἀποτμήγω (to cut off from)
- ἀπαμάω (to cut off)
- ἀποκόπτω (I cut off)
- ἀποθερίζω (to cut off)
- ἀποκόπτω ( I cut off)
- συγκατακόπτω (to cut up together)
- ἐπικείρω (to cut off, cut down)
- διατέμνω (to cut up, to be cut into)
- διαμάω (to cut through)
- προτέμνω (to cut up beforehand)
- ἐντέμνω (to cut in two)
- δατέομαι (to cut in two)
- συγκόπτω (to break up, cut up)
- κρεοκοπέω (to cut in pieces)
- καταμερίζω (to cut in pieces)
- κατακόπτω (to cut in pieces, "cut up, ")
- ἀνατέμνω (to cut open)
- ἐγκατατέμνω (to cut up among)
- ἐπικείρω (to cut short)
- ἀποκείρω (to cut off, slay)
- συντέμνω (to cut out, shape)
- ἐπικνίζω (to cut on the surface)
- ἀποτέμνω (to cut off, sever, having)
- διαρταμέω (to cut limb from limb)
- ἐγγλύφω (to cut in, carve)
Derived
- ἀμάω (to gather together, collect, having collected)
- ἀπαμάω (to cut off)
- διαμάω (to cut through, to scrape away, to get)
- ἐξαμάω (to mow or reap out, to finish mowing or reaping, to cut out)
- καταμάω (to scrape over, pile up, heap up)