Ancient Greek-English Dictionary Language

ἁλώσιμος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ἁλώσιμος ἁλώσιμη ἁλώσιμον

Structure: ἁλωσιμ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. easy to take, win, conquer
  2. easy to apprehend
  3. of or for capture, on taking a city, of the capture

Examples

  • τὸ δὲ ἐμφανὲσ μάλιστα μῖσοσ καὶ θανατηφόρον ἐπ’ αὐτὸν ὁ τῆσ βασιλείασ ἔρωσ ἐξειργάσατο, τοῖσ μὲν πολλοῖσ αἰτία πρώτη, τοῖσ δὲ ὑπούλοισ πάλαι πρόφασισ εὐπρεπεστάτη γενομένη, καίτοι καὶ λόγον τινὰ κατέσπειραν εἰσ τὸν δῆμον οἱ ταύτην Καίσαρι τὴν τιμὴν προξενοῦντεσ, ὡσ ἐκ γραμμάτων Σιβυλλείων ἁλώσιμα τὰ Πάρθων φαίνοιτο Ῥωμαίοισ σὺν βασιλεῖ στρατευομένοισ ἐπ’ αὐτούσ, ἄλλωσ ἀνέφικτα ὄντα· (Plutarch, Caesar, chapter 60 1:1)
  • ἐπεὶ δὲ ἦσαν ἐν τῇ ἄνω χώρᾳ οἱ Ἕλληνεσ, ὁποῖα τῶν χωρίων τοῖσ Δρίλαισ ἁλώσιμα εἶναι ἐδόκει ἐμπιμπράντεσ ἀπῇσαν· (Xenophon, Anabasis, , chapter 2 5:1)

Synonyms

  1. easy to take

  2. easy to apprehend

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION