- 그-한 사전

헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

αἰχμή?

1군 변화 명사; 여성 자동번역 로마알파벳 전사: aichmē 고전 발음: [메:] 신약 발음: [액메]

기본형: αἰχμή

형태분석: αἰχμ (어간) + η (어미)

어원: ἀκή I, or ἀΐσσω

  1. 창, 미사일
  2. 전쟁, 전투, 전화, 싸움
  3. 영혼, 정신, 심혼, 신
  4. 홀, 장대
  1. the point of a spear
  2. a spear
  3. a body of spearmen
  4. war, battle, the war
  5. warlike spirit, mettle, spirit
  6. a sceptre

곡용 정보

1군 변화

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἀλλὰ τί δειμαίνω περιώσιον ἀντὶ μὲν αἰχμῆς ὡς θοὸν ἔγχος ἔχουσα μελίφρονα δεσμὸν ἐρώτων· (Colluthus, Rape of Helen, book 149)

    (콜루토스, Rape of Helen, book 149)

  • ἐν δ Ἄρεος βλοσυροῖο ποδώκεες ἕστασαν ἵπποι χρύσεοι, ἐν δὲ καὶ αὐτὸς ἐναρσφόρος οὔλιος Ἄρης αἰχμὴν ἐν χείρεσσιν ἔχων, πρυλέεσσι κελεύων, αἵματι φοινικόεις, ὡς εἰ ζωοὺς ἐναρίζων δίφρου ἐπεμβεβαώς: (Hesiod, Shield of Heracles, Book Sh. 19:1)

    (헤시오도스, 헤라클레스의 방패, Book Sh. 19:1)

  • τὸ μὲν ὅλον, ἄχρηστον, ὦ Ζεῦ, προειδέναι τὰ μέλλοντα οἷς γε τὸ φυλάξασθαι αὐτὰ παντελῶς ἀδύνατον εἰ μὴ ἄρα τοῦτο φής, ὡς ὁ προμαθὼν ὅτι ὑπ αἰχμῆς σιδηρᾶς τεθνήξεται δύναιτ ἂν ἐκφυγεῖν τὸν θάνατον καθείρξας ἑαυτόν· (Lucian, Juppiter confuatus, (no name) 12:4)

    (루키아노스, Juppiter confuatus, (no name) 12:4)

  • ἀλλ ἀδύνατον ἐξάξει ^ γὰρ αὐτὸν ἡ Μοῖρα κυνηγετήσοντα καὶ παραδώσει τῇ αἰχμῇ: (Lucian, Juppiter confuatus, (no name) 12:5)

    (루키아노스, Juppiter confuatus, (no name) 12:5)

  • Ἑκάβη, σπουδῇ πρός ς ἐλιάσθην τὰς δεσποσύνους σκηνὰς προλιποῦς, ἵν ἐκληρώθην καὶ προσετάχθην δούλη, πόλεως ἀπελαυνομένη τῆς Ἰλιάδος, λόγχης αἰχμῇ δοριθήρατος πρὸς Ἀχαιῶν, οὐδὲν παθέων ἀποκουφίζους, ἀλλ ἀγγελίας βάρος ἀραμένη μέγα σοί τε, γύναι, κῆρυξ ἀχέων. (Euripides, Hecuba, choral, anapests1)

    (에우리피데스, Hecuba, choral, anapests1)

  • καὶ αὐτὸς μὲν ἔκεισο μεθύων ἤδη, κισσύβιον ἔχων ἐν τῇ χειρί, βινητιῶν Πολύφημος, νεανίας δὲ ὑπόμισθος ὀρθὸν ἔχων τὸν μοχλὸν εὖ μάλα ἠκονημένον ἐπὶ σὲ Ὀδυσσεύς τις ἐπῄει ὡς ἐκκόψων τὸν ὀφθαλμόν κἀκείνου μὲν ἅμαρτε, παραὶ δέ οἱ ἐτράπετ ἔγχος, αἰχμὴ δ ἐξεσύθη ^ παρὰ νείατον ἀνθερεῶνα. (Lucian, Pseudologista, (no name) 24:6)

    (루키아노스, Pseudologista, (no name) 24:6)

  • ὃς ἔσχε δόξαν οὐδὲν ὢν εὐψυχίας θηρῶν ἐν αἰχμῇ, τἄλλα δ οὐδὲν ἄλκιμος, ὃς οὔποτ ἀσπίδ ἔσχε πρὸς λαιᾷ χερὶ οὐδ ἦλθε λόγχης ἐγγύς, ἀλλὰ τόξ ἔχων, κάκιστον ὅπλον, τῇ φυγῇ πρόχειρος ἦν. (Euripides, Heracles, episode12)

    (에우리피데스, Heracles, episode12)

  • καὶ ὁ Κολοφώνιος δὲ Φοῖνιξ φησὶν Νίνου κάδοι μάχαιρα καὶ κύλιξ αἰχμή, κόμη δὲ τόξα, δήιοι δὲ κρητῆρες, ἵπποι δὲ ἄκρητος κἀλαλὴ μύρον χεῖτε. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 10, book 10, chapter 18 2:1)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 10, book 10, chapter 18 2:1)

유의어

  1. the point of a spear

  2. 전쟁

  3. 영혼

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION