Ancient Greek-English Dictionary Language

ἀγχώμαλος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ἀγχώμαλος ἀγχώμαλη ἀγχώμαλον

Structure: ἀγχωμαλ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: a)/gxi o(malo/s

Sense

  1. nearly equal, doubtful

Examples

  • Λύσανδροσ δὲ μήτε ναυμαχεῖν ἀγχωμάλῳ πλήθει δυνάμενοσ μήτε ἀργὸσ καθέζεσθαι μετὰ νεῶν τοσούτων, ἀναχθεὶσ ἐνίασ προσηγάγετο τῶν νήσων, Αἴγινάν τε καὶ Σαλαμῖνα προσμίξασ κατέδραμεν. (Plutarch, , chapter 9 2:3)
  • τὸ δὲ πέρασ ἀρξάμενοι τῆσ νυκτὸσ ἐνάτησ ὡρ́ασ ὑπὲρ πέμπτην τῆσ ἡμέρασ διελύθησαν ἀφ’ οὗπερ ἤρξαντο τόπου τῆσ συμβολῆσ, μηδέτεροι βεβαίωσ κλίναντεσ τοὺσ ἑτέρουσ, ἀλλὰ τὴν νίκην μέσην ἐν ἀγχωμάλῳ καταλιπόντεσ. (Flavius Josephus, De bello Judaico libri vii, 163:1)

Synonyms

  1. nearly equal

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION