- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

χρυσόκερως?

Third declension Noun; Masc/Fem Transliteration: chrysokerōs

Principal Part: χρυσόκερως χρυσόκερωτος

Structure: χρυσοκερωτ (Stem) + ς (Ending)

Etym.: κέρας

Sense

  1. with horns of gold
  2. with gilded horns

Declension

Third declension

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • ἦν δὲ ἡ ἔλαφος ἐν Οἰνόῃ, χρυσόκερως, Ἀρτέμιδος ἱερά: (Apollodorus, Library and Epitome, book 2, chapter 5 3:2)
  • τῶν δὲ Ιοὐδαίων, πολιορκοῦντος αὐτοῦ τὰ Ιἑροσόλυμα, πρὸς τὴν μεγίστην ἑορτὴν αἰτησαμένων ἑπτὰ ἡμερῶν ἀνοχάς, οὐ μόνον ἔδωκε ταύτας, ἀλλὰ καὶ ταύρους χρυσόκερως παρασκευασάμενος καὶ θυμιαμάτων καὶ ἀρωμάτων πλῆθος ἄχρι τῶν πυλῶν ἐπόμπευσε: (Plutarch, Regum et imperatorum apophthegmata, , section 2 1:1)
  • τῶν δὲ Ιοὐδαίων, πολιορκοῦντος αὐτοῦ τὰ Ιἑροσόλυμα, πρὸς τὴν μεγίστην ἑορτὴν αἰτησαμένων ἑπτὰ ἡμερῶν ἀνοχάς, οὐ μόνον ἔδωκε ταύτας, ἀλλὰ καὶ ταύρους χρυσόκερως παρασκευασάμενος καὶ θυμιαμάτων καὶ ἀρωμάτων πλῆθος ἄχρι τῶν πυλῶν ἐπόμπευσε: (Plutarch, Regum et imperatorum apophthegmata, , section 2 1:1)
  • οἱ μὲν γὰρ ἄλλοι Ἕλληνες οἱ μὲν χρυσόκερως βοῦς παραστησάμενοι, ἕτεροι δ ἀναθήμασι δωρούμενοι τοὺς θεούς, εὔχονται ἅττ ἂν τύχῃ ταῦτα, ἄντε ἀγαθὰ ἄντε κακά: (Plato, Alcibiades 1, Alcibiades 2, Hipparchus, Lovers, Theages, Charmides, Laches, Lysis, 69:1)
  • μήνη χρυσόκερως, δέρκευ τάδε, καὶ περιλαμπεῖς ἀστέρες, οὓς κόλποις Ὠκεανὸς δέχεται, ὥς με μόνον προλιποῦσα μυρόπνοος ᾤχετ Ἀρίστη: (Unknown, Greek Anthology, book 5, chapter 161)

Synonyms

  1. with horns of gold

  2. with gilded horns

Related

명사

형용사

동사

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION