Ancient Greek-English Dictionary Language

σωματικός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: σωματικός σωματική σωματικόν

Structure: σωματικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: sw=ma

Sense

  1. of or for the body, bodily
  2. bodily, corporeal, material

Examples

  • ἔδει γάρ, εἰσ πλείονα μέρη τοῦ αἰσθητοῦ καὶ σωματικοῦ μεριζομένου διὰ τὴν σύμφυτον ἀνάγκην τῆσ ἑτερότητοσ, μήτε τὸν πρῶτον ἄρτιον γενέσθαι μήτε τὸν πρῶτον περιττόν, ἀλλὰ τὸν τρίτον ἐκ τούτων ἀποτελούμενον, ὅπωσ ἀπ’ ἀμφοτέρων τῶν ἀρχῶν γένηται, καὶ τῆσ τὸ ἄρτιον δημιουργούσησ καὶ τῆσ τὸ περιττόν· (Plutarch, De defectu oraculorum, section 357)
  • ψυχῆσ τὸ παθητικὸν καὶ τιτανικὸν καὶ ἄλογον καὶ ἔμπληκτον τοῦ δὲ σωματικοῦ τὸ ἐπίκηρον καὶ νοσῶδεσ καὶ ταρακτικὸν ἀωρίαισ καὶ δυσκρασίαισ, καὶ κρύψεσιν ἡλίου καὶ ἀφανισμοῖσ σελήνησ, οἱο͂ν ἐκδρομαὶ καὶ ἀφανισμοὶ Τυφῶνοσ καὶ τοὔνομα κατηγορεῖ τὸ Σήθ, ᾧ τὸν Τυφῶνα καλοῦσι· (Plutarch, De Iside et Osiride, section 49 3:2)
  • καὶ γῆσ τοσούτων συγκραθέντων μερῶν ἱδρῶτα δὲ καὶ δάκρυον γίνεσθαι τοῦ σωματικοῦ οὕτωσ . (Pseudo-Plutarch, Placita Philosophorum, book 5, 3:1)

Synonyms

  1. of or for the body

  2. bodily

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION