Ancient Greek-English Dictionary Language

συμποτικός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: συμποτικός συμποτική συμποτικόν

Structure: συμποτικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: from sumpo/ths

Sense

  1. of or for a sumpo/sion, convivial, jolly, suited for drinking songs, a jolly fellow

Examples

  • 0ὐδὲ γὰρ οὐδὲ ὁμοίωσ ἡδὺ, οἶμαι, μόνον ἐμπίπλασθαι, ὥσπερ τοὺσ λέοντάσ φασι καὶ τοὺσ μονιοὺσ τῶν λύκων, καὶ συνόντασ δεξιοῖσ ἀνδράσι καὶ πάντα χαρίζεσθαι πειρωμενοισ, οἳ πρῶτα μὲν οὐ κωφὸν καὶ ἄφωνον ἐάσουσι τὸ συμπόσιον εἶναι, ἀλλ̓ ἐν μύθοισ συμποτικοῖσ καὶ σκώμμασιν ἀνεπαχθέσι καὶ φιλοφροσύναισ ποικίλαισ συνέσονται, οἱαῖ ἥδισται διατριβαί, φίλαι μὲν Διονύσῳ καὶ Ἀφροδίτῃ, φίλαι δὲ Χάρισιν, ἔπειτα δὲ πρὸσ ἅπαντασ ἐσ τὴν ὑστεραίαν διηγούμενοι ὑμῶν τὴν δεξιότητα φιλεῖσθαι παρασκευάσουσι. (Lucian, Saturnalia, letter 3 4:1)
  • διὸ καί φησι Περσαῖοσ ἐν Ὑπομνήμασι συμποτικοῖσ τὰ πλεῖστα αὐτὸν δεῖπνα παραιτεῖσθαι. (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, ISTORIWN Z, Kef. a'. ZHNWN 1:4)

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION