Ancient Greek-English Dictionary Language

σκεπτικός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: σκεπτικός

Structure: σκεπτικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: ske/yis

Sense

  1. thoughtful, inquiring

Examples

  • καταλείπεται ὁ Σκεπτικὸσ ^ οὗτοσ. (Lucian, Vitarum auctio, (no name) 26:3)
  • πρὸσ τοῦτο τὸ κριτήριον τῶν φαινομένων οἱ δογματικοί φασιν ὅτι ὅτ’ ἀπὸ τῶν αὐτῶν διάφοροι προσπίπτουσι φαντασίαι, ὡσ ἀπὸ τοῦ πύργου ἢ στρογγύλου ἢ τετραγώνου, ὁ σκεπτικὸσ εἰ μὲν οὐδετέραν προκρινεῖ, ἀπρακτήσει· (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, Q, Kef. ia'. PURRWN 47:1)
  • λεγόντων δὲ τῶν δογματικῶν ὡσ δυνήσεται βιοῦν ὁ σκεπτικὸσ μὴ φεύγων τό, εἰ κελευσθείη, κρεουργεῖν τὸν πατέρα, φασὶν οἱ σκεπτικοὶ ὡσ δυνήσεται βιοῦν <ὥστε> · (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, Q, Kef. ia'. PURRWN 48:4)
  • τῶν δὲ σίλλων τρία ἐστίν, ἐν οἷσ ὡσ ἂν σκεπτικὸσ ὢν πάντασ λοιδορεῖ καὶ σιλλαίνει τοὺσ δογματικοὺσ ἐν παρῳδίασ εἴδει. (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, Q, Kef. ib'. TIMWN 3:2)

Synonyms

  1. thoughtful

Related

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION