헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

στόνος

2군 변화 명사; 남성 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: στόνος

어원: ste/nw

  1. 비탄, 통곡, 울부짖음, 애가
  1. a sighing, groaning, lamentation

예문

  • τύπτε δ’ ἐπιστροφάδην, τῶν δὲ στόνοσ ὤρνυτ’ ἀεικήσ . (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 515)

    (디오니시오스, De Compositione Verborum, chapter 515)

  • διήκει δὲ καὶ πόλιν στόνοσ, στένουσι πύργοι, στένει πέδον φίλανδρον· (Aeschylus, Seven Against Thebes, choral, antistrophe 21)

    (아이스킬로스, 테바이를 공격한 일곱 장수, choral, antistrophe 21)

  • ἦν δ’ ἀμφίπλεκτοι κλίμακεσ, ἦν δὲ μετώπων ὀλόεντα πλήγματα, καὶ στόνοσ ἀμφοῖν. (Sophocles, Trachiniae, choral, epode2)

    (소포클레스, 트라키니아이, choral, epode2)

  • τῶν δὲ στόνοσ ὤρνυτ’ ἀεικὴσ κράτων τυπτομένων, δάπεδον δ’ ἅπαν αἵματι θῦε. (Homer, Odyssey, Book 22 49:13)

    (호메로스, 오디세이아, Book 22 49:13)

  • αὐτίκα γὰρ κατὰ δώματ’ ἐπισπόμενοι μένεϊ σφῷ κτεῖνον ἐπιστροφάδην, τῶν δὲ στόνοσ ὤρνυτ’ ἀεικὴσ κράτων τυπτομένων, δάπεδον δ’ ἅπαν αἵματι θῦεν. (Homer, Odyssey, Book 24 13:16)

    (호메로스, 오디세이아, Book 24 13:16)

유의어

  1. 비탄

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION