- 그-한 사전

헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

στόμιον?

2군 변화 명사; 중성 자동번역 로마알파벳 전사: stomion 고전 발음: [또미온] 신약 발음: [또미온]

기본형: στόμιον στόμιου

형태분석: στομι (어간) + ον (어미)

어원: στόμα의 지소사:

  1. 동굴, 입, 굴, 둥근 천장, 입천장
  2. 소량, 조금, 비트, 굴레
  1. the mouth, a cave, vault, socket
  2. a bridle-bit, bit, a bit or curb

곡용 정보

2군 변화
단수 쌍수 복수
주격 στόμιον

동굴이

στομίω

동굴들이

στόμια

동굴들이

속격 στομίου

동굴의

στομίοιν

동굴들의

στομίων

동굴들의

여격 στομίῳ

동굴에게

στομίοιν

동굴들에게

στομίοις

동굴들에게

대격 στόμιον

동굴을

στομίω

동굴들을

στόμια

동굴들을

호격 στόμιον

동굴아

στομίω

동굴들아

στόμια

동굴들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἐπεὶ δὲ κατ αὐτὸ ἤδη τὸ στόμιον ἦμεν, ἐμοῦ τοὺς νεκρούς, ὡς ἔθος, ἀπαριθμοῦντος τῷ Αἰακῷ κἀκείνου λογιζομένου αὐτοὺς πρὸς τὸ παρὰ τῆς σῆς ἀδελφῆς πεμφθὲν αὐτῷ σύμβολον, λαθὼν οὐκ οἶδ ὅπως ὁ τρισκατάρατος ἀπιὼν ᾤχετο. (Lucian, Cataplus, (no name) 4:5)

    (루키아노스, Cataplus, (no name) 4:5)

  • ἡσθεὶς δὲ τοῖς εἰρημένοις ἐγὼ καὶ τὸν μάγον ἀσπασάμενος χαλεπῶς μάλα διὰ τοῦ στομίου ἀνερπύσας οὐκ οἶδ ὅπως ἐν Λεβαδείᾳ γίγνομαι. (Lucian, Necyomantia, (no name) 22:6)

    (루키아노스, Necyomantia, (no name) 22:6)

  • θυρίδες δὲ ἦσαν ἑξῆς τοῖς στομίοις τῶν φρεάτων ἐοικυῖαι πώματα ἔχουσαι, καὶ παρ ἑκάστῃ θρόνος ἔκειτο χρυσοῦς. (Lucian, Icaromenippus, (no name) 25:2)

    (루키아노스, Icaromenippus, (no name) 25:2)

  • τὰς μὲν γὰρ δικαίας τῶν εὐχῶν προσίετο ἄνω διὰ τοῦ στομίου καὶ ἐπὶ τὰ δεξιὰ κατετίθει φέρων, τὰς δὲ ἀνοσίους ἀπράκτους αὖθις ἀπέπεμπεν ἀποφυσῶν κάτω, ἵνα μηδὲ πλησίον γένοιντο τοῦ οὐρανοῦ. (Lucian, Icaromenippus, (no name) 25:10)

    (루키아노스, Icaromenippus, (no name) 25:10)

  • ναῦς δ, ἑώς μὲν ἐντὸς ἦν λιμένος, ἐχώρει στόμια, διαπερῶσα δὲ λάβρῳ κλύδωνι συμπεσοῦς ἠπείγετο: (Euripides, Iphigenia in Tauris, episode 7:2)

    (에우리피데스, Iphigenia in Tauris, episode 7:2)

  • ἀλλ᾿ ἀπίωμεν ἤδη, μὴ καί τις ἡμᾶς ὑπίδηται ὡς ἀπόδρασιν βουλεύοντας, ὁρῶν περὶ τὸ στόμιον εἰλουμένους. (Lucian, Dialogi mortuorum, 17:8)

    (루키아노스, Dialogi mortuorum, 17:8)

  • χερσὶν δ ἐπέθεντο στόμιον μαλεραῖς ταν δεξαμένην ὅ τι καὶ διδῷ τις, ἃ Ζανὸς καλέοντι τρώγματ. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 14, book 14, chapter 50 3:2)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 14, book 14, chapter 50 3:2)

  • δακὼν δὲ στόμιον ὡς νεοζυγὴς πῶλος βιάζῃ καὶ πρὸς ἡνίας μάχῃ. (Aeschylus, Prometheus Bound, episode 3:3)

    (아이스킬로스, 결박된 프로메테우스, episode 3:3)

  • ἀλλὰ πρόσπολοι, ἴτ ἆσσον ὠκεῖς καὶ παραστάντες τάφῳ ἀθρήσαθ, ἁρμὸν χώματος λιθοσπαδῆ δύντες πρὸς αὐτὸ στόμιον, εἰ τὸν Αἵμονος φθόγγον συνίημ ἢ θεοῖσι κλέπτομαι. (Sophocles, Antigone, episode 1:15)

    (소포클레스, Antigone, episode 1:15)

유의어

  1. 소량

관련어

명사

형용사

동사

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION