Ancient Greek-English Dictionary Language

θολερός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: θολερός θολερή θολερόν

Structure: θολερ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: qolo/s

Sense

  1. muddy, foul, thick, troubled
  2. troubled by passion or madness, turbid

Examples

  • ὦ ὁ ποτίζων τὸν πλησίον αὐτοῦ ἀνατροπῇ θολερᾷ καὶ μεθύσκων, ὅπωσ ἐπιβλέπῃ ἐπὶ τὰ σπήλαια αὐτῶν. (Septuagint, Prophetia Habacuc 2:15)
  • οὖρα δὲ τοῖσι πλείστοισι τούτων ἢ λεπτὰ καὶ ὠμὰ καὶ ἄχρω καὶ μετὰ χρόνον σμικρὰ πεπαινόμενα κρισίμωσ ἢ πάχοσ μὲν ἔχοντα, θολερὰ δὲ καὶ οὐδὲν καθιστάμενα, οὐδ’ ὑφιστάμενα, ἢ σμικρὰ καὶ κακὰ καὶ ὠμὰ τὰ ὑφιστάμενα‧ κάκιστα δὲ ταῦτα πάντων. (Hippocrates, Hippocrates Collected Works I, EPIDHMIWN A, 80)
  • τρίτῃ πάντα παρωξύνθη‧ ὑποχονδρίου σύντασισ ἐξ ἀμφοτέρων παραμήκησ πρὸσ ὀμφαλόν, ὑπολάπαροσ‧ διαχωρήματα λεπτά, ὑπομέλανα, οὖρα θολερά, ὑπομέλανα, νυκτὸσ οὐδὲν ἐκοιμήθη, λόγοι πολλοί, γέλωσ, ᾠδή, κατέχειν οὐκ ἠδύνατο. (Hippocrates, Hippocrates Collected Works I, EPIDHMIWN A, 236)
  • οὖρα δὲ πάχοσ ἔχοντα, θολερά, ὑπέρυθρα‧ κείμενα οὐ καθίστατο‧ τὰ δ’ ἄλλα κουφοτέρωσ‧ οὐκ ἄπυροσ. (Hippocrates, Hippocrates Collected Works I, EPIDHMIWN A, 289)
  • δευτέρῃ ἀφ’ ἧσ ἐρρίγωσεν, ἀπὸ κοιλίησ καλῶσ κόπρανα διῆλθεν‧ οὖρα παχέα, λευκά, θολερά, οἱᾶ γίνεται ἐκ τῶν καθισταμένων, ὅταν ἀναταραχθῇ κείμενα χρόνον πολύν‧ οὐ καθίστατο. (Hippocrates, Hippocrates Collected Works I, EPIDHMIWN A, 350)

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION