Ancient Greek-English Dictionary Language

μεθοδικός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: μεθοδικός

Structure: μεθοδικ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. going to work by rule, methodical, systematic
  2. (surgery, of treatment) first-aid
  3. crafty

Examples

  • ἃ δὲ αὐτὸσ ὁ φιλόσοφοσ ὑπὲρ ἑαυτοῦ γράφει, πᾶσαν ἀφαιρούμενοσ ἐπιχείρησιν τῶν χαρίζεσθαι βουλομένων αὐτῷ τὰ μὴ προσήκοντα, πρὸσ πολλοῖσ δ’ ἄλλοισ ὧν οὐδὲν δέομαι μεμνῆσθαι κατὰ τὸ παρόν, ἃ τέθηκεν ἐν τῇ πρώτῃ βύβλῳ ταύτησ τῆσ πραγματείασ, ὡσ οὐ μειράκιον ἦν, ὅτε τὰσ ῥητορικὰσ συνετάττετο τέχνασ, ἀλλ’ ἐν τῇ κρατίστῃ γεγονὼσ ἀκμῇ καὶ προεκδεδωκὼσ ἤδη τάσ τε τοπικὰσ συντάξεισ καὶ τὰσ ἀναλυτικὰσ καὶ τὰσ μεθοδικάσ, τεκμήρἰ ἐστὶν ἰσχυρότατα. (Dionysius of Halicarnassus, Ad Ammaeum, chapter 6 1:1)
  • ἔφαμεν γὰρ πάντα τὰ θεωρήματα καθ’ ἡμᾶσ ἐπὶ τοσοῦτον εἰληφέναι τὰσ προκοπάσ, ὥστε τῶν πλείστων τρόπον τινὰ μεθοδικὰσ εἶναι τὰσ ἐπιστήμασ. (Polybius, Histories, book 10, chapter 47 12:2)

Synonyms

  1. crafty

Related

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION