Ancient Greek-English Dictionary Language

κροκωτός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: κροκωτός κροκωτή κροκωτόν

Structure: κροκωτ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: kroko/w

Sense

  1. saffron-dyed, saffron-coloured
  2. a saffron-coloured frock

Examples

  • , ἕνα μὲν τιναβραχύν, πρεσβύτην, ὑπόπαχυν, προγάστορα, ῥινόσιμον, ὦτα μεγάλα ὄρθια ἔχοντα, ὑπότρομον, νάρθηκι ἐπερειδόμενον, ἐπ’ ὄνου τὰ πολλὰ ἱππεύοντα, ἐν κροκωτῷ καὶ τοῦτον, πάνυ πιθανόν τινα συνταγματάρχην αὐτοῦ· (Lucian, (no name) 2:3)
  • τί βάρβιτοσ λαλεῖ κροκωτῷ; (Aristotle, Thesmophoriazusae, Prologue, iambics7)
  • τὸν κροκωτὸν πρῶτον ἐνδύου λαβών. (Aristotle, Thesmophoriazusae, Prologue, iambics 2:70)
  • γυμνὸν ἀποδύσαντά με κέλευε πρὸσ τῇ σανίδι δεῖν τὸν τοξότην, ἵνα μὴ ’ν κροκωτοῖσ καὶ μίτραισ γέρων ἀνὴρ γέλωτα παρέχω τοῖσ κόραξιν ἑστιῶν. (Aristotle, Thesmophoriazusae, Episode 1:37)
  • ἐγὼ δὲ καταπεπλασμένη ψιμυθίῳ ἕστηκα καὶ κροκωτὸν ἠμφιεσμένη ἀργόσ, μινυρομένη τι πρὸσ ἐμαυτὴν μέλοσ, ἀργόσ, μινυρομένη τι πρὸσ ἐμαυτὴν μέλοσ, παίζουσα. (Aristotle, Ecclesiazusae, Lyric-Scene2)

Synonyms

  1. saffron-dyed

  2. a saffron-coloured frock

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION