- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

καρτερικός?

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration: karterikos

Principal Part: καρτερικός καρτερική καρτερικόν

Structure: καρτερικ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. capable of endurance, patient

Examples

  • ἦθός τε ἐπιδείκνυται θεοσεβὲς καὶ δίκαιον καὶ καρτερικὸν καὶ εὐπρεπές, ἁπάσαις τε συλλήβδην κεκοσμημένον ἀρεταῖς: (Dionysius of Halicarnassus, Epistula ad Pompeium Geminum, chapter 4 2:3)
  • παραναλίσκων, ἀλλὰ καρτερικωτάτους καὶ παντὸς δεινοῦ κρείττονας ἀξιῶν εἶναι τοὺς σώζειν μέλλοντας τὴν πατρίδα. (Lucian, Anacharsis, (no name) 38:8)
  • μιμεῖσθαι δὲ πειρῶνται καὶ τὴν πρὸς ἀλλήλους ἡμῶν ὁμόνοιαν καὶ τὴν τῶν ὄντων ἀνάδοσιν καὶ τὸ φιλεργὸν ἐν ταῖς τέχναις καὶ τὸ καρτερικὸν ἐν ταῖς ὑπὲρ τῶν νόμων ἀνάγκαις: (Flavius Josephus, Contra Apionem, 257:1)
  • "συνελόντι δὲ εἰπεῖν κατὰ τὸν Σολέα Κλέαρχον οὐ καρτερικὸν βίον ἀσκεῖτε, κυνικὸν δὲ τῷ ὄντι ζῆτε: (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 13, book 13, chapter 9132)
  • διὸ καὶ σφόδρα τινὲς ὄντες μαλακοὶ περὶ ἔνια ἀνδρεῖοι εἰσί, καὶ ἔνιοι σκληροὶ καὶ καρτερικοὶ καὶ δειλοί. (Aristotle, Eudemian Ethics, Book 3 32:1)
  • τούτων δ ὁ μὲν περὶ ἡδονὰς ἀκρατὴς ὃ δ ἐγκρατής, ὁ δὲ περὶ λύπας μαλακὸς ὃ δὲ καρτερικός. (Aristotle, Nicomachean Ethics, Book 7 88:1)
  • ἀντίκειται δὲ τῷ μὲν ἀκρατεῖ ὁ ἐγκρατής, τῷ δὲ μαλακῷ ὁ καρτερικός: (Aristotle, Nicomachean Ethics, Book 7 92:4)
  • καρτερικός γ εἶ. (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, B, Kef. e'. SWKRATHS 11:3)
  • ὡς δ Ἱππόβοτός φησι καὶ Σωτίων, διήκουσαν αὐτοῦ Διοσκουρίδης Κύπριος καὶ Νικόλοχος Ῥόδιος καὶ Εὐφράνωρ Σελευκεὺς Πραϋ´λους τ ἀπὸ Τρωάδος, ὃς οὕτω καρτερικὸς ἐγένετο, καθά φησι Φύλαρχος ἱστορῶν, ὥστ ἀδίκως ὑπομεῖναι ὡς ἐπὶ προδοσίᾳ κολασθῆναι, μηδὲ λόγου τοὺς πολίτας καταξιώσας. (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, Q, Kef. ib'. TIMWN 7:4)

Synonyms

  1. capable of endurance

Related

명사

형용사

동사

부사

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION