Ancient Greek-English Dictionary Language

καλάμινος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: καλάμινος καλάμινη καλάμινον

Structure: καλαμιν (Stem) + ος (Ending)

Etym.: ka/lamos

Sense

  1. made of reed
  2. made of cane

Examples

  • διόπερ σχεδίασ καλαμίνασ πέριξ εἶναι τῆσ νήσου, ἐξ ὧν καθαλλομένουσ εἰσ τὴν θάλασσαν ἐπ’ ὀργυιὰσ εἴκοσιν ἀναφέρειν διπλοῦσ κόγχουσ. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 3, book 3, chapter 46 1:1)
  • ἀπὸ δὲ τοῦ κατιοῦσθαι τὰ σκεύη γνωρίζουσιν οἱ περιοικοῦντεσ ἀρχομένην τὴν ἀναβολὴν τοῦ ἀσφάλτου, καὶ παρασκευάζονται πρὸσ τὴν μεταλλείαν αὐτοῦ, ποιησάμενοι σχεδίασ καλαμίνασ. (Strabo, Geography, book 16, chapter 2 83:8)

Synonyms

  1. made of reed

  2. made of cane

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION