Ancient Greek-English Dictionary Language

ἀποπίνω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ἀποπίνω

Structure: ἀποπίν (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to drink up, drink off

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἀποπίνω ἀποπίνεις ἀποπίνει
Dual ἀποπίνετον ἀποπίνετον
Plural ἀποπίνομεν ἀποπίνετε ἀποπίνουσιν*
SubjunctiveSingular ἀποπίνω ἀποπίνῃς ἀποπίνῃ
Dual ἀποπίνητον ἀποπίνητον
Plural ἀποπίνωμεν ἀποπίνητε ἀποπίνωσιν*
OptativeSingular ἀποπίνοιμι ἀποπίνοις ἀποπίνοι
Dual ἀποπίνοιτον ἀποπινοίτην
Plural ἀποπίνοιμεν ἀποπίνοιτε ἀποπίνοιεν
ImperativeSingular ἀπόπινε ἀποπινέτω
Dual ἀποπίνετον ἀποπινέτων
Plural ἀποπίνετε ἀποπινόντων, ἀποπινέτωσαν
Infinitive ἀποπίνειν
Participle MasculineFeminineNeuter
ἀποπινων ἀποπινοντος ἀποπινουσα ἀποπινουσης ἀποπινον ἀποπινοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἀποπίνομαι ἀποπίνει, ἀποπίνῃ ἀποπίνεται
Dual ἀποπίνεσθον ἀποπίνεσθον
Plural ἀποπινόμεθα ἀποπίνεσθε ἀποπίνονται
SubjunctiveSingular ἀποπίνωμαι ἀποπίνῃ ἀποπίνηται
Dual ἀποπίνησθον ἀποπίνησθον
Plural ἀποπινώμεθα ἀποπίνησθε ἀποπίνωνται
OptativeSingular ἀποπινοίμην ἀποπίνοιο ἀποπίνοιτο
Dual ἀποπίνοισθον ἀποπινοίσθην
Plural ἀποπινοίμεθα ἀποπίνοισθε ἀποπίνοιντο
ImperativeSingular ἀποπίνου ἀποπινέσθω
Dual ἀποπίνεσθον ἀποπινέσθων
Plural ἀποπίνεσθε ἀποπινέσθων, ἀποπινέσθωσαν
Infinitive ἀποπίνεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ἀποπινομενος ἀποπινομενου ἀποπινομενη ἀποπινομενης ἀποπινομενον ἀποπινομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to drink up

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION