ἀναγορεύω
비축약 동사;
로마알파벳 전사:
고전 발음: []
신약 발음: []
기본형:
ἀναγορεύω
형태분석:
ἀν
(접두사)
+
ἀγορεύ
(어간)
+
ω
(인칭어미)
어원: fut. and aor. are mostly supplied by a)n-erw=, a)n-ei=pon.
뜻
- to proclaim publicly, to be proclaimed
활용 정보
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- λ ἔτυχεν, ἧσ ἔχομεν πρὸσ πᾶν ἔθνοσ φιλανθρωπίασ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἀναγορεύεσθαι ἡμῶν πατέρα καὶ προσκυνούμενον ὑπὸ πάντων τὸ δεύτερον τοῦ βασιλικοῦ θρόνου πρόσωπον διατελεῖν. (Septuagint, Liber Esther 8:23)
(70인역 성경, 에스테르기 8:23)
- διὸ καὶ τῶν βασιλέων τοὺσ μὴ θεοὺσ μηδὲ παῖδασ θεῶν ἀναγορεύεσθαι θέλοντασ ἀλλὰ Φιλαδέλφουσ ἢ φιλομήτορασ ἢ Εὐεργέτασ ἢ Θεοφιλεῖσ, οὐκ ἤχθοντο ταῖσ καλαῖσ μὲν ἀνθρωπικαῖσ δὲ ταύταισ προσηγορίαισ τιμῶντεσ. (Plutarch, De Se Ipsum Citra Invidiam Laudando, section 12 12:1)
(플루타르코스, De Se Ipsum Citra Invidiam Laudando, section 12 12:1)
- καὶ γὰρ ἦν ἀνὴρ φιλόπατρισ καὶ πολὺν ἔχων ἵμερον τοῦ κατελθεῖν ἀλλὰ δυσπραγῶν μὲν ἠνδραγάθει καὶ ταπεινὸν οὐδὲν ἔπραττε πρὸσ τοὺσ πολεμίουσ, ἐν δὲ ταῖσ νίκαισ διεπέμπετο πρὸσ Μέτελλον καὶ πρὸσ Πομπήϊον ἕτοιμοσ ὢν τὰ ὅπλα καταθέσθαι καὶ βιοῦν ἰδιώτησ καθόδου τυχών μᾶλλον γὰρ ἐθέλειν ἀσημότατοσ ἐν Ῥώμῃ πολίτησ ἢ φεύγων τὴν ἑαυτοῦ πάντων ὁμοῦ τῶν ἄλλων αὐτοκράτωρ ἀναγορεύεσθαι. (Plutarch, Sertorius, chapter 22 5:1)
(플루타르코스, Sertorius, chapter 22 5:1)
- ὃ δ’ ἦν ἐπιφθονώτατον, προξενίασ εὑρημένοι τινὲσ ἐν ταῖσ ἔξω πόλεσι, διεπράττοντο ἀναγορεύεσθαι ὅτι στεφανοῖ αὐτοὺσ ὁ δῆμοσ, εἰ οὕτω τύχοι, ὁ τῶν Ῥοδίων ἢ Χίων ἢ καί τινοσ ἄλλησ πόλεωσ, ἀρετῆσ ἕνεκα καὶ ἀνδραγαθίασ. (Aeschines, Speeches, , section 421)
(아이스키네스, 연설, , section 421)
파생어
- ἀγορεύω (말하다, 이야기하다, 말씀하다)
- ἀνταγορεύω (대답하다, 답하다, 응답하다)
- ἀπαγορεύω (금하다, 금지하다, 다르게 주장하다)
- διαγορεύω (선언하다, 신고하다, 언급하다)
- ἐξαγορεύω (알리다, 선언하다, 알게 하다)
- ἐπαναγορεύω (to proclaim publicly, proclamation is made)
- καταγορεύω (to denounce)
- προαγορεύω (예언하다, 예측하다, 예시하다)
- προσαγορεύω (말을 걸다, 인사하다, 맞이하다)
- συναγορεύω (~와 비교하다, 관계되어 있다, ~에 속하다)
- ὑπαγορεύω (구술하다, 명령하다, 제안하다)