헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἄκανθα

1군 변화 명사; 여성 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἄκανθα ἀκάνθης

형태분석: ἀκανθ (어간) + α (어미)

어원: a)kh/ I

  1. 가시, 척추, 침, 뾰족한 끝
  1. A thorny plant
  2. A thorn, spine, or prickle
  3. (figuratively) Something difficult or painful.

곡용 정보

1군 변화

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • καὶ εἶπε Γεδεών. διὰ τοῦτο ἐν τῷ δοῦναι Κύριον τὸν Ζεβεὲ καὶ τὸν Σελμανὰ ἐν χειρί μου, καὶ ἐγὼ ἀλοήσω τὰσ σάρκασ ὑμῶν ἐν ταῖσ ἀκάνθαισ τῆσ ἐρήμου καὶ ἐν ταῖσ Βαρκηνίμ. (Septuagint, Liber Iudicum 8:7)

    (70인역 성경, 판관기 8:7)

  • καὶ ἔλαβε τοὺσ πρεσβυτέρουσ τῆσ πόλεωσ ἐν ταῖσ ἀκάνθαισ τῆσ ἐρήμου καὶ ταῖσ Βαρκηνὶμ καὶ ἠλόησεν ἐν αὐτοῖσ τοὺσ ἄνδρασ τῆσ πόλεωσ. (Septuagint, Liber Iudicum 8:16)

    (70인역 성경, 판관기 8:16)

  • ἐκύκλωσάν με ὡσεὶ μέλισσαι κηρίον καὶ ἐξεκαύθησαν ὡσ πῦρ ἐν ἀκάνθαισ, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούσ. (Septuagint, Liber Psalmorum 117:12)

    (70인역 성경, 시편 117:12)

  • ὁδοὶ ἀεργῶν ἐστρωμέναι ἀκάνθαισ, αἱ δὲ τῶν ἀνδρείων τετριμμέναι. (Septuagint, Liber Proverbiorum 15:20)

    (70인역 성경, 잠언 15:20)

  • ἴδε περίφραξον τὸ κτῆμά σου ἀκάνθαισ, τὸ ἀργύριόν σου καὶ τὸ χρυσίον κατάδησον. (Septuagint, Liber Sirach 28:24)

    (70인역 성경, Liber Sirach 28:24)

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION