Ancient Greek-English Dictionary Language

ὑποβιβάζω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ὑποβιβάζω ὑποβιβῶ

Structure: ὑπο (Prefix) + βιβάζ (Stem) + ω (Ending)

Etym.: Causal of u(pobai/nw

Sense

  1. to bring down, to crouch down

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ὑποβιβάζω ὑποβιβάζεις ὑποβιβάζει
Dual ὑποβιβάζετον ὑποβιβάζετον
Plural ὑποβιβάζομεν ὑποβιβάζετε ὑποβιβάζουσιν*
SubjunctiveSingular ὑποβιβάζω ὑποβιβάζῃς ὑποβιβάζῃ
Dual ὑποβιβάζητον ὑποβιβάζητον
Plural ὑποβιβάζωμεν ὑποβιβάζητε ὑποβιβάζωσιν*
OptativeSingular ὑποβιβάζοιμι ὑποβιβάζοις ὑποβιβάζοι
Dual ὑποβιβάζοιτον ὑποβιβαζοίτην
Plural ὑποβιβάζοιμεν ὑποβιβάζοιτε ὑποβιβάζοιεν
ImperativeSingular ὑποβίβαζε ὑποβιβαζέτω
Dual ὑποβιβάζετον ὑποβιβαζέτων
Plural ὑποβιβάζετε ὑποβιβαζόντων, ὑποβιβαζέτωσαν
Infinitive ὑποβιβάζειν
Participle MasculineFeminineNeuter
ὑποβιβαζων ὑποβιβαζοντος ὑποβιβαζουσα ὑποβιβαζουσης ὑποβιβαζον ὑποβιβαζοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ὑποβιβάζομαι ὑποβιβάζει, ὑποβιβάζῃ ὑποβιβάζεται
Dual ὑποβιβάζεσθον ὑποβιβάζεσθον
Plural ὑποβιβαζόμεθα ὑποβιβάζεσθε ὑποβιβάζονται
SubjunctiveSingular ὑποβιβάζωμαι ὑποβιβάζῃ ὑποβιβάζηται
Dual ὑποβιβάζησθον ὑποβιβάζησθον
Plural ὑποβιβαζώμεθα ὑποβιβάζησθε ὑποβιβάζωνται
OptativeSingular ὑποβιβαζοίμην ὑποβιβάζοιο ὑποβιβάζοιτο
Dual ὑποβιβάζοισθον ὑποβιβαζοίσθην
Plural ὑποβιβαζοίμεθα ὑποβιβάζοισθε ὑποβιβάζοιντο
ImperativeSingular ὑποβιβάζου ὑποβιβαζέσθω
Dual ὑποβιβάζεσθον ὑποβιβαζέσθων
Plural ὑποβιβάζεσθε ὑποβιβαζέσθων, ὑποβιβαζέσθωσαν
Infinitive ὑποβιβάζεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ὑποβιβαζομενος ὑποβιβαζομενου ὑποβιβαζομενη ὑποβιβαζομενης ὑποβιβαζομενον ὑποβιβαζομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • ἐπειδάν γε μὴν ὁ ἱπποκόμοσ τὸν ἵππον παραδῷ τῷ ἀναβάτῃ, τὸ μὲν ἐπίστασθαι ὑποβιβάζεσθαι τὸν ἵππον, ὥστε εὐπετὲσ εἶναι ἀναβῆναι, οὐ μεμφόμεθα· (Xenophon, Minor Works, , chapter 6 17:1)

Synonyms

  1. to bring down

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION