Ancient Greek-English Dictionary Language

σκαπτός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: σκαπτός σκαπτή σκαπτόν

Structure: σκαπτ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: ska/ptw

Sense

  1. dug: that may be dug

Examples

  • καὶ τελευτῆσαι μὲν ἐν τῇ Σκαπτῇ τοῦτο δ’ ἔστι τῆσ Θρᾴκησ χωρίον λέγεται φονευθεὶσ ἐκεῖ, μνῆμα δ’ αὐτοῦ τῶν λειψάνων εἰσ τὴν Ἀττικὴν κομισθέντων ἐν τοῖσ Κιμωνείοισ δείκνυται παρὰ τὸν Ἐλπινίκησ τῆσ Κίμωνοσ ἀδελφῆσ τάφον. (Plutarch, , chapter 4 2:1)
  • Θουκυδίδησ Ἀθηναῖοσ συνέγραψε τὸν πόλεμον τῶν Πελοποννησίων καὶ Ἀθηναίων ἐν Θρᾴκῃ περὶ τὴν Σκαπτὴν ὕλην· (Plutarch, De exilio, section 14 6:3)

Synonyms

  1. dug

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION