- 그-한 사전

헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ῥοδοδάκτυλος?

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: rhododaktylos 고전 발음: [로도닥뛸로] 신약 발음: [로도닥뛸로]

기본형: ῥοδοδάκτυλος ῥοδοδάκτυλον

형태분석: ῥοδοδακτυλ (어간) + ος (어미)

  1. rosy-fingered

곡용 정보

1/2군 변화
남/여성 중성
단수주격 ῥοδοδάκτυλος

(이)가

ῥοδοδάκτυλον

(것)가

속격 ῥοδοδακτύλου

(이)의

ῥοδοδακτύλου

(것)의

여격 ῥοδοδακτύλῳ

(이)에게

ῥοδοδακτύλῳ

(것)에게

대격 ῥοδοδάκτυλον

(이)를

ῥοδοδάκτυλον

(것)를

호격 ῥοδοδάκτυλε

(이)야

ῥοδοδάκτυλον

(것)야

쌍수주/대/호 ῥοδοδακτύλω

(이)들이

ῥοδοδακτύλω

(것)들이

속/여 ῥοδοδακτύλοιν

(이)들의

ῥοδοδακτύλοιν

(것)들의

복수주격 ῥοδοδάκτυλοι

(이)들이

ῥοδοδάκτυλα

(것)들이

속격 ῥοδοδακτύλων

(이)들의

ῥοδοδακτύλων

(것)들의

여격 ῥοδοδακτύλοις

(이)들에게

ῥοδοδακτύλοις

(것)들에게

대격 ῥοδοδακτύλους

(이)들을

ῥοδοδάκτυλα

(것)들을

호격 ῥοδοδάκτυλοι

(이)들아

ῥοδοδάκτυλα

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • τοῖον ἐφεσπομένη ῥοδοδάκτυλος ἔννεπε Κύπρις. (Colluthus, Rape of Helen, book 151)

    (콜루토스, Rape of Helen, book 151)

  • καὶ φιλομειδῆ δὲ Ὅμηρος ποιήσει καὶ λευκώλενον καὶ ῥοδοδάκτυλον, καὶ ὅλως τῇ χρυσῇ Ἀφροδίτῃ εἰκάσει πολὺ δικαιότερον ἢ τὴν τοῦ Βρισέως. (Lucian, Imagines, (no name) 8:4)

    (루키아노스, Imagines, (no name) 8:4)

  • ἠε῀ν Ἄργος ὅθ ἵππιον λιποῦσα φεῦγε χρυσέα βοῦς, εῦρυσθενέος φραδαῖσι φερτάτου Διός, Ἰνάχου ῥοδοδάκτυλος κόρα: (Bacchylides, , dithyrambs, ode 19 1:4)

    (바킬리데스, , dithyrambs, ode 19 1:4)

  • εὖτ ἂν δ Ωἀρίων καὶ Σείριος ἐς μέσον ἔλθῃ οὐρανόν, Ἀρκτοῦρον δ ἐσίδῃ ῥοδοδάκτυλος Ηώς, ὦ Πέρση, τότε πάντας ἀποδρέπεν οἴκαδε βότρυς: (Hesiod, Works and Days, Book WD 68:1)

    (헤시오도스, 일과 날, Book WD 68:1)

  • τὴν μὲν γὰρ ῥοδοδάκτυλον τίς ἀγνοεῖ τῶν κἂν ἐπ ἐλάχιστον τῇ Ὁμήρου ποιήσει ὡμιληκότων · (Lucian, Pro imaginibus, (no name) 26:6)

    (루키아노스, Pro imaginibus, (no name) 26:6)

  • καθάριος γὰρ καὶ ῥοδοδάκτυλος καὶ ἐπισταμένως ὀρέγει τὸ ἔκπωμα, καὶ ὅ σε λυπεῖ μάλιστα, καὶ φιλεῖ ἥδιον τοῦ νέκταρος. (Lucian, Dialogi deorum, 7:7)

    (루키아노스, Dialogi deorum, 7:7)

  • διαφέρει δ εἰπεῖν, οἱο῀ν ῥοδοδάκτυλος ἠὼς μᾶλλον ἢ φοινικοδάκτυλος, ἢ ἔτι φαυλότερον ἐρυθροδάκτυλος. (Aristotle, Rhetoric, Book 3, chapter 2 13:11)

    (아리스토텔레스, 수사학, Book 3, chapter 2 13:11)

유의어

  1. rosy-fingered

관련어

명사

형용사

동사

부사

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION