θεολόγος
2군 변화 명사; 남성
로마알파벳 전사:
고전 발음: []
신약 발음: []
기본형:
θεολόγος
θεολόγου
형태분석:
θεολογ
(어간)
+
ος
(어미)
뜻
- one who speaks of God and the divine nature, a theologian
곡용 정보
2군 변화
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- αὐτὸσ δὲ λαβὼν τὰ βιβλία καὶ εἰσ τὸ ἄδυτον κατελθὼν ‐ ἤδη γὰρ ὁ νεὼσ ἐγήγερτο καὶ ἡ σκηνὴ παρεσκεύαστο ‐ καλέσειν ἔμελλε κατὰ τάξιν τοὺσ δεδωκότασ ὑπὸ κήρυκι καὶ θεολόγῳ, καὶ παρὰ τοῦ θεοῦ ἀκούων ἕκαστα τὸ μὲν βιβλίον ἀποδώσειν σεσημασμένον ὡσ εἶχε, τὴν δὲ πρὸσ αὐτὸ ἀπόκρισιν ὑπογεγραμμένην, πρὸσ ἔποσ ἀμειβομένου τοῦ θεοῦ περὶ ὅτου τισ ἔροιτο. (Lucian, Alexander, (no name) 19:3)
(루키아노스, Alexander, (no name) 19:3)
- τοῖσ γὰρ τὰ πιθανώτερα λέγουσι καὶ μάλιστα πιστευομένοισ ἐπηκολουθήσαμεν, ἃ μὲν Ἐπιμενίδῃ τῷ θεολόγῳ προσσχόντεσ, ἃ δὲ Δωσιάδῃ καὶ Σωσικράτει καὶ Λαοσθενίδᾳ. (Diodorus Siculus, Bibliotheca Historica, book 5, chapter 80 4:2)
(디오도로스 시켈로스, Bibliotheca Historica, book 5, chapter 80 4:2)
유의어
-
one who speaks of God and the divine nature