헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προσέλκω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προσέλκω προσελκύσω

형태분석: προς (접두사) + έ̔λκ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 부추기다, 유치하다, 끌다, 유혹하다, 조르다
  1. to draw towards, draw on, to draw towards oneself, attract

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσέλκω

(나는) 부추긴다

προσέλκεις

(너는) 부추긴다

προσέλκει

(그는) 부추긴다

쌍수 προσέλκετον

(너희 둘은) 부추긴다

προσέλκετον

(그 둘은) 부추긴다

복수 προσέλκομεν

(우리는) 부추긴다

προσέλκετε

(너희는) 부추긴다

προσέλκουσιν*

(그들은) 부추긴다

접속법단수 προσέλκω

(나는) 부추기자

προσέλκῃς

(너는) 부추기자

προσέλκῃ

(그는) 부추기자

쌍수 προσέλκητον

(너희 둘은) 부추기자

προσέλκητον

(그 둘은) 부추기자

복수 προσέλκωμεν

(우리는) 부추기자

προσέλκητε

(너희는) 부추기자

προσέλκωσιν*

(그들은) 부추기자

기원법단수 προσέλκοιμι

(나는) 부추기기를 (바라다)

προσέλκοις

(너는) 부추기기를 (바라다)

προσέλκοι

(그는) 부추기기를 (바라다)

쌍수 προσέλκοιτον

(너희 둘은) 부추기기를 (바라다)

προσελκοίτην

(그 둘은) 부추기기를 (바라다)

복수 προσέλκοιμεν

(우리는) 부추기기를 (바라다)

προσέλκοιτε

(너희는) 부추기기를 (바라다)

προσέλκοιεν

(그들은) 부추기기를 (바라다)

명령법단수 προσέλκε

(너는) 부추겨라

προσελκέτω

(그는) 부추겨라

쌍수 προσέλκετον

(너희 둘은) 부추겨라

προσελκέτων

(그 둘은) 부추겨라

복수 προσέλκετε

(너희는) 부추겨라

προσελκόντων, προσελκέτωσαν

(그들은) 부추겨라

부정사 προσέλκειν

부추기는 것

분사 남성여성중성
προσελκων

προσελκοντος

προσελκουσα

προσελκουσης

προσελκον

προσελκοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσέλκομαι

(나는) 부추겨진다

προσέλκει, προσέλκῃ

(너는) 부추겨진다

προσέλκεται

(그는) 부추겨진다

쌍수 προσέλκεσθον

(너희 둘은) 부추겨진다

προσέλκεσθον

(그 둘은) 부추겨진다

복수 προσελκόμεθα

(우리는) 부추겨진다

προσέλκεσθε

(너희는) 부추겨진다

προσέλκονται

(그들은) 부추겨진다

접속법단수 προσέλκωμαι

(나는) 부추겨지자

προσέλκῃ

(너는) 부추겨지자

προσέλκηται

(그는) 부추겨지자

쌍수 προσέλκησθον

(너희 둘은) 부추겨지자

προσέλκησθον

(그 둘은) 부추겨지자

복수 προσελκώμεθα

(우리는) 부추겨지자

προσέλκησθε

(너희는) 부추겨지자

προσέλκωνται

(그들은) 부추겨지자

기원법단수 προσελκοίμην

(나는) 부추겨지기를 (바라다)

προσέλκοιο

(너는) 부추겨지기를 (바라다)

προσέλκοιτο

(그는) 부추겨지기를 (바라다)

쌍수 προσέλκοισθον

(너희 둘은) 부추겨지기를 (바라다)

προσελκοίσθην

(그 둘은) 부추겨지기를 (바라다)

복수 προσελκοίμεθα

(우리는) 부추겨지기를 (바라다)

προσέλκοισθε

(너희는) 부추겨지기를 (바라다)

προσέλκοιντο

(그들은) 부추겨지기를 (바라다)

명령법단수 προσέλκου

(너는) 부추겨져라

προσελκέσθω

(그는) 부추겨져라

쌍수 προσέλκεσθον

(너희 둘은) 부추겨져라

προσελκέσθων

(그 둘은) 부추겨져라

복수 προσέλκεσθε

(너희는) 부추겨져라

προσελκέσθων, προσελκέσθωσαν

(그들은) 부추겨져라

부정사 προσέλκεσθαι

부추겨지는 것

분사 남성여성중성
προσελκομενος

προσελκομενου

προσελκομενη

προσελκομενης

προσελκομενον

προσελκομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσελκύσω

(나는) 부추기겠다

προσελκύσεις

(너는) 부추기겠다

προσελκύσει

(그는) 부추기겠다

쌍수 προσελκύσετον

(너희 둘은) 부추기겠다

προσελκύσετον

(그 둘은) 부추기겠다

복수 προσελκύσομεν

(우리는) 부추기겠다

προσελκύσετε

(너희는) 부추기겠다

προσελκύσουσιν*

(그들은) 부추기겠다

기원법단수 προσελκύσοιμι

(나는) 부추기겠기를 (바라다)

προσελκύσοις

(너는) 부추기겠기를 (바라다)

προσελκύσοι

(그는) 부추기겠기를 (바라다)

쌍수 προσελκύσοιτον

(너희 둘은) 부추기겠기를 (바라다)

προσελκυσοίτην

(그 둘은) 부추기겠기를 (바라다)

복수 προσελκύσοιμεν

(우리는) 부추기겠기를 (바라다)

προσελκύσοιτε

(너희는) 부추기겠기를 (바라다)

προσελκύσοιεν

(그들은) 부추기겠기를 (바라다)

부정사 προσελκύσειν

부추길 것

분사 남성여성중성
προσελκυσων

προσελκυσοντος

προσελκυσουσα

προσελκυσουσης

προσελκυσον

προσελκυσοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσελκύσομαι

(나는) 부추겨지겠다

προσελκύσει, προσελκύσῃ

(너는) 부추겨지겠다

προσελκύσεται

(그는) 부추겨지겠다

쌍수 προσελκύσεσθον

(너희 둘은) 부추겨지겠다

προσελκύσεσθον

(그 둘은) 부추겨지겠다

복수 προσελκυσόμεθα

(우리는) 부추겨지겠다

προσελκύσεσθε

(너희는) 부추겨지겠다

προσελκύσονται

(그들은) 부추겨지겠다

기원법단수 προσελκυσοίμην

(나는) 부추겨지겠기를 (바라다)

προσελκύσοιο

(너는) 부추겨지겠기를 (바라다)

προσελκύσοιτο

(그는) 부추겨지겠기를 (바라다)

쌍수 προσελκύσοισθον

(너희 둘은) 부추겨지겠기를 (바라다)

προσελκυσοίσθην

(그 둘은) 부추겨지겠기를 (바라다)

복수 προσελκυσοίμεθα

(우리는) 부추겨지겠기를 (바라다)

προσελκύσοισθε

(너희는) 부추겨지겠기를 (바라다)

προσελκύσοιντο

(그들은) 부추겨지겠기를 (바라다)

부정사 προσελκύσεσθαι

부추겨질 것

분사 남성여성중성
προσελκυσομενος

προσελκυσομενου

προσελκυσομενη

προσελκυσομενης

προσελκυσομενον

προσελκυσομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πρόσηλκον

(나는) 부추기고 있었다

πρόσηλκες

(너는) 부추기고 있었다

πρόσηλκεν*

(그는) 부추기고 있었다

쌍수 προσῆλκετον

(너희 둘은) 부추기고 있었다

προσήλκετην

(그 둘은) 부추기고 있었다

복수 προσῆλκομεν

(우리는) 부추기고 있었다

προσῆλκετε

(너희는) 부추기고 있었다

πρόσηλκον

(그들은) 부추기고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσήλκομην

(나는) 부추겨지고 있었다

προσῆλκου

(너는) 부추겨지고 있었다

προσῆλκετο

(그는) 부추겨지고 있었다

쌍수 προσῆλκεσθον

(너희 둘은) 부추겨지고 있었다

προσήλκεσθην

(그 둘은) 부추겨지고 있었다

복수 προσήλκομεθα

(우리는) 부추겨지고 있었다

προσῆλκεσθε

(너희는) 부추겨지고 있었다

προσῆλκοντο

(그들은) 부추겨지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 부추기다

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION