헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προπαρασκευάζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προπαρασκευάζω προπαρασκευάσω

형태분석: προ (접두사) + παρα (접두사) + σκευάζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to prepare beforehand, to prepare for oneself

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προπαρασκευάζω

προπαρασκευάζεις

προπαρασκευάζει

쌍수 προπαρασκευάζετον

προπαρασκευάζετον

복수 προπαρασκευάζομεν

προπαρασκευάζετε

προπαρασκευάζουσιν*

접속법단수 προπαρασκευάζω

προπαρασκευάζῃς

προπαρασκευάζῃ

쌍수 προπαρασκευάζητον

προπαρασκευάζητον

복수 προπαρασκευάζωμεν

προπαρασκευάζητε

προπαρασκευάζωσιν*

기원법단수 προπαρασκευάζοιμι

προπαρασκευάζοις

προπαρασκευάζοι

쌍수 προπαρασκευάζοιτον

προπαρασκευαζοίτην

복수 προπαρασκευάζοιμεν

προπαρασκευάζοιτε

προπαρασκευάζοιεν

명령법단수 προπαρασκεύαζε

προπαρασκευαζέτω

쌍수 προπαρασκευάζετον

προπαρασκευαζέτων

복수 προπαρασκευάζετε

προπαρασκευαζόντων, προπαρασκευαζέτωσαν

부정사 προπαρασκευάζειν

분사 남성여성중성
προπαρασκευαζων

προπαρασκευαζοντος

προπαρασκευαζουσα

προπαρασκευαζουσης

προπαρασκευαζον

προπαρασκευαζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προπαρασκευάζομαι

προπαρασκευάζει, προπαρασκευάζῃ

προπαρασκευάζεται

쌍수 προπαρασκευάζεσθον

προπαρασκευάζεσθον

복수 προπαρασκευαζόμεθα

προπαρασκευάζεσθε

προπαρασκευάζονται

접속법단수 προπαρασκευάζωμαι

προπαρασκευάζῃ

προπαρασκευάζηται

쌍수 προπαρασκευάζησθον

προπαρασκευάζησθον

복수 προπαρασκευαζώμεθα

προπαρασκευάζησθε

προπαρασκευάζωνται

기원법단수 προπαρασκευαζοίμην

προπαρασκευάζοιο

προπαρασκευάζοιτο

쌍수 προπαρασκευάζοισθον

προπαρασκευαζοίσθην

복수 προπαρασκευαζοίμεθα

προπαρασκευάζοισθε

προπαρασκευάζοιντο

명령법단수 προπαρασκευάζου

προπαρασκευαζέσθω

쌍수 προπαρασκευάζεσθον

προπαρασκευαζέσθων

복수 προπαρασκευάζεσθε

προπαρασκευαζέσθων, προπαρασκευαζέσθωσαν

부정사 προπαρασκευάζεσθαι

분사 남성여성중성
προπαρασκευαζομενος

προπαρασκευαζομενου

προπαρασκευαζομενη

προπαρασκευαζομενης

προπαρασκευαζομενον

προπαρασκευαζομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προπαρασκευάσω

προπαρασκευάσεις

προπαρασκευάσει

쌍수 προπαρασκευάσετον

προπαρασκευάσετον

복수 προπαρασκευάσομεν

προπαρασκευάσετε

προπαρασκευάσουσιν*

기원법단수 προπαρασκευάσοιμι

προπαρασκευάσοις

προπαρασκευάσοι

쌍수 προπαρασκευάσοιτον

προπαρασκευασοίτην

복수 προπαρασκευάσοιμεν

προπαρασκευάσοιτε

προπαρασκευάσοιεν

부정사 προπαρασκευάσειν

분사 남성여성중성
προπαρασκευασων

προπαρασκευασοντος

προπαρασκευασουσα

προπαρασκευασουσης

προπαρασκευασον

προπαρασκευασοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προπαρασκευάσομαι

προπαρασκευάσει, προπαρασκευάσῃ

προπαρασκευάσεται

쌍수 προπαρασκευάσεσθον

προπαρασκευάσεσθον

복수 προπαρασκευασόμεθα

προπαρασκευάσεσθε

προπαρασκευάσονται

기원법단수 προπαρασκευασοίμην

προπαρασκευάσοιο

προπαρασκευάσοιτο

쌍수 προπαρασκευάσοισθον

προπαρασκευασοίσθην

복수 προπαρασκευασοίμεθα

προπαρασκευάσοισθε

προπαρασκευάσοιντο

부정사 προπαρασκευάσεσθαι

분사 남성여성중성
προπαρασκευασομενος

προπαρασκευασομενου

προπαρασκευασομενη

προπαρασκευασομενης

προπαρασκευασομενον

προπαρασκευασομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to prepare beforehand

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION