Ancient Greek-English Dictionary Language

πινυτός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: πινυτός πινυτή πινυτόν

Structure: πινυτ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: pinu/ssw

Sense

  1. wise, prudent, discreet, understanding

Examples

  • τοίου γὰρ καὶ πατρόσ, ὃ καὶ πεπνυμένα βάζεισ, ῥεῖα δ’ ἀρίγνωτοσ γόνοσ ἀνέροσ ᾧ τε Κρονίων ὄλβον ἐπικλώσῃ γαμέοντί τε γεινομένῳ τε, ὡσ νῦν Νέστορι δῶκε διαμπερὲσ ἤματα πάντα αὐτὸν μὲν λιπαρῶσ γηρασκέμεν ἐν μεγάροισιν, υἱέασ αὖ πινυτούσ τε καὶ ἔγχεσιν εἶναι ἀρίστουσ. (Homer, Odyssey, Book 4 23:3)

Synonyms

  1. wise

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION