Ancient Greek-English Dictionary Language

μονότροπος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: μονότροπος μονότροπον

Structure: μονοτροπ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. living alone, solitary

Examples

  • ὁ Θεὸσ κατοικίζει μονοτρόπουσ ἐν οἴκῳ ἐξάγων πεπεδημένουσ ἐν ἀνδρείᾳ, ὁμοίωσ τοὺσ παραπικραίνοντασ, τοὺσ κατοικοῦντασ ἐν τάφοισ. (Septuagint, Liber Psalmorum 67:7)
  • αὐτὴ γὰρ ἡ προσδεχομένη καὶ ζητοῦσα φιλίαν καὶ ὁμιλίαν χρεία διδάσκει τὸ συγγενὲσ τιμᾶν καὶ περιέπειν καὶ διαφυλάττειν, ὡσ ἀφίλουσ καὶ ἀμίκτουσ καὶ μονοτρόπουσ ζῆν μὴ δυναμένουσ μηδὲ πεφυκότασ. (Plutarch, De fraterno amore, section 3 1:1)
  • αὐτὴ γὰρ ἡ προσδεχομένη καὶ ζητοῦσα φιλίαν καὶ ὁμιλίαν χρεία διδάσκει τὸ συγγενὲσ τιμᾶν καὶ περιέπειν καὶ διαφυλάττειν, ὡσ ἀφίλουσ καὶ ἀμίκτουσ καὶ μονοτρόπουσ ζῆν μὴ δυναμένουσ μηδὲ πεφυκότασ. (Plutarch, De fraterno amore, section 3 2:1)

Synonyms

  1. living alone

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION