μετουσία
First declension Noun; Feminine
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
μετουσία
Structure:
μετουσι
(Stem)
+
ᾱ
(Ending)
Sense
- participation, partnership, communion
Declension
First declension
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- εἶναι δὲ τοὺσ μαθόντασ τότε τὴν Ἑλληνικὴν ἱερουργίαν Ποτιτίουσ τε καὶ Πιναρίουσ, ἀφ’ ὧν τὰ γένη διαμεῖναι μέχρι πολλοῦ τὴν ἐπιμέλειαν ποιούμενα τῶν θυσιῶν, ὡσ ἐκεῖνοσ κατεστήσατο, Ποτιτίων μὲν ἡγουμένων τῆσ ἱερουργίασ καὶ τῶν ἐμπύρων ἀπαρχομένων, Πιναρίων δὲ σπλάγχνων τε μετουσίασ εἰργομένων καὶ ὅσα ἄλλα ἐχρῆν ὑπ’ ἀμφοῖν γίνεσθαι τὴν δευτέραν τιμὴν ἐχόντων. (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, book 1, chapter 40 5:1)
- οὐ δὴ δεῖ παρορᾶν τὰ τοιαῦτα, οὐδὲ τὸν ἐξείργοντα δέει καὶ φόβῳ τὸ δίκην ὧν ἂν ἡμῶν ἀδικηθῇ τισ λαμβάνειν παρ’ αὐτοῦ ἄλλο τι χρὴ νομίζειν ποιεῖν ἢ τὰσ τῆσ ἰσηγορίασ καὶ τὰσ τῆσ ἐλευθερίασ ἡμῶν μετουσίασ ἀφαιρεῖσθαι. (Demosthenes, Speeches 21-30, 165:1)
- ἥ τε αἰτία τῆσ ἀναιρέσεωσ πολὺ χείρω τὴν πρᾶξιν αὐτοῖσ τίθησι, διὰ φθόνον τῶν ἐσομένων ἀγαθῶν αὐτῷ τοῦ ζῆν ἐξαγαγεῖν διεγνωκότων, ὧν τὸ ἴσον ἀπολαύσουσι κοινωνοῦντεσ αὐτῷ τῆσ μετουσίασ οὐκ ἀλλοτρίων ὄντων ἀλλ’ οἰκείων· (Flavius Josephus, Antiquitates Judaicae, Book 2 37:1)
Synonyms
-
participation
- μετοχή (participation, communion)
- κοινωνία (communion with, partnership in, communion)
- κοινωνία (communion, association, partnership)