Ancient Greek-English Dictionary Language

μεστόω

ο-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: μεστόω

Structure: μεστό (Stem) + ω (Ending)

Etym.: mesto/s

Sense

  1. to fill full of, to be filled or full of

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular μέστω μέστοις μέστοι
Dual μέστουτον μέστουτον
Plural μέστουμεν μέστουτε μέστουσιν*
SubjunctiveSingular μέστω μέστοις μέστοι
Dual μέστωτον μέστωτον
Plural μέστωμεν μέστωτε μέστωσιν*
OptativeSingular μέστοιμι μέστοις μέστοι
Dual μέστοιτον μεστοίτην
Plural μέστοιμεν μέστοιτε μέστοιεν
ImperativeSingular με͂στου μεστοῦτω
Dual μέστουτον μεστοῦτων
Plural μέστουτε μεστοῦντων, μεστοῦτωσαν
Infinitive μέστουν
Participle MasculineFeminineNeuter
μεστων μεστουντος μεστουσα μεστουσης μεστουν μεστουντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular μέστουμαι μέστοι μέστουται
Dual μέστουσθον μέστουσθον
Plural μεστοῦμεθα μέστουσθε μέστουνται
SubjunctiveSingular μέστωμαι μέστοι μέστωται
Dual μέστωσθον μέστωσθον
Plural μεστώμεθα μέστωσθε μέστωνται
OptativeSingular μεστοίμην μέστοιο μέστοιτο
Dual μέστοισθον μεστοίσθην
Plural μεστοίμεθα μέστοισθε μέστοιντο
ImperativeSingular μέστου μεστοῦσθω
Dual μέστουσθον μεστοῦσθων
Plural μέστουσθε μεστοῦσθων, μεστοῦσθωσαν
Infinitive μέστουσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
μεστουμενος μεστουμενου μεστουμενη μεστουμενης μεστουμενον μεστουμενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to fill full of

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION