λαβύρινθος
2군 변화 명사; 남성
자동번역
로마알파벳 전사:
고전 발음: []
신약 발음: []
기본형:
λαβύρινθος
λαβυρίνθου
형태분석:
λαβυρινθ
(어간)
+
ος
(어미)
어원: Origin uncertain.
뜻
- 미로, 미궁
- 코일, 강판, 나선
- labyrinth, a building composed of numerous winding halls
- something obscure, inscrutable
- coil, tangle
곡용 정보
2군 변화
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- ἀλλὰ οἶδα ὅθεν μοι ταῦτα, παρὰ τῶν θαυμαστῶν σου φιλοσόφων, Ζηνοθέμιδοσ καὶ Λαβυρίνθου, ὧν ‐ ἀπείη δὲ ἡ Ἀδράστεια ‐ συλλογισμῷ ἑνὶ ἀποφράξαι ἄν μοι τάχιστα δοκῶ τὰ στόματα. (Lucian, Symposium, (no name) 23:3)
(루키아노스, Symposium, (no name) 23:3)
- ἐπεὶ δὲ κατέπλευσεν εἰσ Κρήτην, ὡσ μὲν οἱ πολλοὶ γράφουσι καὶ ᾄδουσι, παρὰ τῆσ Ἀριάδνησ ἐρασθείσησ τὸ λίνον λαβών, καὶ διδαχθεὶσ ὡσ ἔστι τοῦ λαβυρίνθου τοὺσ ἑλιγμοὺσ διεξελθεῖν, ἀπέκτεινε τὸν Μινώταυρον καὶ ἀπέπλευσε τὴν Ἀριάδνην ἀναλαβὼν καὶ τοὺσ ἠϊθέουσ. (Plutarch, chapter 19 1:1)
(플루타르코스, chapter 19 1:1)
- καὶ μάχην ἐν πύλαισ τοῦ Λαβυρίνθου συνάψασ ἀπέκτεινε τὸν Δευκαλίωνα καὶ τοὺσ δορυφόρουσ. (Plutarch, chapter 19 6:3)
(플루타르코스, chapter 19 6:3)
- ὁμολογήσαντοσ δὲ σὺν ὁρ́κοισ Θησέωσ δεῖται Δαιδάλου μηνῦσαι τοῦ λαβυρίνθου τὴν ἔξοδον. (Apollodorus, Library and Epitome, book E, chapter 1 12:2)
(아폴로도로스, Library and Epitome, book E, chapter 1 12:2)
- καταλαβὼν δὲ Μινώταυρονἐν ἐσχάτῳ μέρει τοῦ λαβυρίνθου παίων πυγμαῖσ ἀπέκτεινεν, ἐφελκόμενοσ δὲ τὸ λίνον πάλιν ἐξῄει. (Apollodorus, Library and Epitome, book E, chapter 1 13:3)
(아폴로도로스, Library and Epitome, book E, chapter 1 13:3)