헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

καταναλίσκω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: καταναλίσκω καταναλώσω κατηνάλωσα

형태분석: κατ (접두사) + ἀναλίσκ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 지내다, 아낌없이 주다, 쓰다, 소비하다, 뿌리다
  1. to use up, spend, lavish, to be lavished

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καταναλίσκω

(나는) 지낸다

καταναλίσκεις

(너는) 지낸다

καταναλίσκει

(그는) 지낸다

쌍수 καταναλίσκετον

(너희 둘은) 지낸다

καταναλίσκετον

(그 둘은) 지낸다

복수 καταναλίσκομεν

(우리는) 지낸다

καταναλίσκετε

(너희는) 지낸다

καταναλίσκουσιν*

(그들은) 지낸다

접속법단수 καταναλίσκω

(나는) 지내자

καταναλίσκῃς

(너는) 지내자

καταναλίσκῃ

(그는) 지내자

쌍수 καταναλίσκητον

(너희 둘은) 지내자

καταναλίσκητον

(그 둘은) 지내자

복수 καταναλίσκωμεν

(우리는) 지내자

καταναλίσκητε

(너희는) 지내자

καταναλίσκωσιν*

(그들은) 지내자

기원법단수 καταναλίσκοιμι

(나는) 지내기를 (바라다)

καταναλίσκοις

(너는) 지내기를 (바라다)

καταναλίσκοι

(그는) 지내기를 (바라다)

쌍수 καταναλίσκοιτον

(너희 둘은) 지내기를 (바라다)

καταναλισκοίτην

(그 둘은) 지내기를 (바라다)

복수 καταναλίσκοιμεν

(우리는) 지내기를 (바라다)

καταναλίσκοιτε

(너희는) 지내기를 (바라다)

καταναλίσκοιεν

(그들은) 지내기를 (바라다)

명령법단수 κατανάλισκε

(너는) 지내어라

καταναλισκέτω

(그는) 지내어라

쌍수 καταναλίσκετον

(너희 둘은) 지내어라

καταναλισκέτων

(그 둘은) 지내어라

복수 καταναλίσκετε

(너희는) 지내어라

καταναλισκόντων, καταναλισκέτωσαν

(그들은) 지내어라

부정사 καταναλίσκειν

지내는 것

분사 남성여성중성
καταναλισκων

καταναλισκοντος

καταναλισκουσα

καταναλισκουσης

καταναλισκον

καταναλισκοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καταναλίσκομαι

(나는) 지내여진다

καταναλίσκει, καταναλίσκῃ

(너는) 지내여진다

καταναλίσκεται

(그는) 지내여진다

쌍수 καταναλίσκεσθον

(너희 둘은) 지내여진다

καταναλίσκεσθον

(그 둘은) 지내여진다

복수 καταναλισκόμεθα

(우리는) 지내여진다

καταναλίσκεσθε

(너희는) 지내여진다

καταναλίσκονται

(그들은) 지내여진다

접속법단수 καταναλίσκωμαι

(나는) 지내여지자

καταναλίσκῃ

(너는) 지내여지자

καταναλίσκηται

(그는) 지내여지자

쌍수 καταναλίσκησθον

(너희 둘은) 지내여지자

καταναλίσκησθον

(그 둘은) 지내여지자

복수 καταναλισκώμεθα

(우리는) 지내여지자

καταναλίσκησθε

(너희는) 지내여지자

καταναλίσκωνται

(그들은) 지내여지자

기원법단수 καταναλισκοίμην

(나는) 지내여지기를 (바라다)

καταναλίσκοιο

(너는) 지내여지기를 (바라다)

καταναλίσκοιτο

(그는) 지내여지기를 (바라다)

쌍수 καταναλίσκοισθον

(너희 둘은) 지내여지기를 (바라다)

καταναλισκοίσθην

(그 둘은) 지내여지기를 (바라다)

복수 καταναλισκοίμεθα

(우리는) 지내여지기를 (바라다)

καταναλίσκοισθε

(너희는) 지내여지기를 (바라다)

καταναλίσκοιντο

(그들은) 지내여지기를 (바라다)

명령법단수 καταναλίσκου

(너는) 지내여져라

καταναλισκέσθω

(그는) 지내여져라

쌍수 καταναλίσκεσθον

(너희 둘은) 지내여져라

καταναλισκέσθων

(그 둘은) 지내여져라

복수 καταναλίσκεσθε

(너희는) 지내여져라

καταναλισκέσθων, καταναλισκέσθωσαν

(그들은) 지내여져라

부정사 καταναλίσκεσθαι

지내여지는 것

분사 남성여성중성
καταναλισκομενος

καταναλισκομενου

καταναλισκομενη

καταναλισκομενης

καταναλισκομενον

καταναλισκομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καταναλώσω

(나는) 지내겠다

καταναλώσεις

(너는) 지내겠다

καταναλώσει

(그는) 지내겠다

쌍수 καταναλώσετον

(너희 둘은) 지내겠다

καταναλώσετον

(그 둘은) 지내겠다

복수 καταναλώσομεν

(우리는) 지내겠다

καταναλώσετε

(너희는) 지내겠다

καταναλώσουσιν*

(그들은) 지내겠다

기원법단수 καταναλώσοιμι

(나는) 지내겠기를 (바라다)

καταναλώσοις

(너는) 지내겠기를 (바라다)

καταναλώσοι

(그는) 지내겠기를 (바라다)

쌍수 καταναλώσοιτον

(너희 둘은) 지내겠기를 (바라다)

καταναλωσοίτην

(그 둘은) 지내겠기를 (바라다)

복수 καταναλώσοιμεν

(우리는) 지내겠기를 (바라다)

καταναλώσοιτε

(너희는) 지내겠기를 (바라다)

καταναλώσοιεν

(그들은) 지내겠기를 (바라다)

부정사 καταναλώσειν

지낼 것

분사 남성여성중성
καταναλωσων

καταναλωσοντος

καταναλωσουσα

καταναλωσουσης

καταναλωσον

καταναλωσοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καταναλώσομαι

(나는) 지내여지겠다

καταναλώσει, καταναλώσῃ

(너는) 지내여지겠다

καταναλώσεται

(그는) 지내여지겠다

쌍수 καταναλώσεσθον

(너희 둘은) 지내여지겠다

καταναλώσεσθον

(그 둘은) 지내여지겠다

복수 καταναλωσόμεθα

(우리는) 지내여지겠다

καταναλώσεσθε

(너희는) 지내여지겠다

καταναλώσονται

(그들은) 지내여지겠다

기원법단수 καταναλωσοίμην

(나는) 지내여지겠기를 (바라다)

καταναλώσοιο

(너는) 지내여지겠기를 (바라다)

καταναλώσοιτο

(그는) 지내여지겠기를 (바라다)

쌍수 καταναλώσοισθον

(너희 둘은) 지내여지겠기를 (바라다)

καταναλωσοίσθην

(그 둘은) 지내여지겠기를 (바라다)

복수 καταναλωσοίμεθα

(우리는) 지내여지겠기를 (바라다)

καταναλώσοισθε

(너희는) 지내여지겠기를 (바라다)

καταναλώσοιντο

(그들은) 지내여지겠기를 (바라다)

부정사 καταναλώσεσθαι

지내여질 것

분사 남성여성중성
καταναλωσομενος

καταναλωσομενου

καταναλωσομενη

καταναλωσομενης

καταναλωσομενον

καταναλωσομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατήναλισκον

(나는) 지내고 있었다

κατήναλισκες

(너는) 지내고 있었다

κατήναλισκεν*

(그는) 지내고 있었다

쌍수 κατηνᾶλισκετον

(너희 둘은) 지내고 있었다

κατηνάλισκετην

(그 둘은) 지내고 있었다

복수 κατηνᾶλισκομεν

(우리는) 지내고 있었다

κατηνᾶλισκετε

(너희는) 지내고 있었다

κατήναλισκον

(그들은) 지내고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατηνάλισκομην

(나는) 지내여지고 있었다

κατηνᾶλισκου

(너는) 지내여지고 있었다

κατηνᾶλισκετο

(그는) 지내여지고 있었다

쌍수 κατηνᾶλισκεσθον

(너희 둘은) 지내여지고 있었다

κατηνάλισκεσθην

(그 둘은) 지내여지고 있었다

복수 κατηνάλισκομεθα

(우리는) 지내여지고 있었다

κατηνᾶλισκεσθε

(너희는) 지내여지고 있었다

κατηνᾶλισκοντο

(그들은) 지내여지고 있었다

단순 과거(Aorist) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατήναλωσα

(나는) 지내었다

κατήναλωσας

(너는) 지내었다

κατήναλωσεν*

(그는) 지내었다

쌍수 κατηνᾶλωσατον

(너희 둘은) 지내었다

κατηνάλωσατην

(그 둘은) 지내었다

복수 κατηνᾶλωσαμεν

(우리는) 지내었다

κατηνᾶλωσατε

(너희는) 지내었다

κατήναλωσαν

(그들은) 지내었다

접속법단수 καταναλώσω

(나는) 지내었자

καταναλώσῃς

(너는) 지내었자

καταναλώσῃ

(그는) 지내었자

쌍수 καταναλώσητον

(너희 둘은) 지내었자

καταναλώσητον

(그 둘은) 지내었자

복수 καταναλώσωμεν

(우리는) 지내었자

καταναλώσητε

(너희는) 지내었자

καταναλώσωσιν*

(그들은) 지내었자

기원법단수 καταναλώσαιμι

(나는) 지내었기를 (바라다)

καταναλώσαις

(너는) 지내었기를 (바라다)

καταναλώσαι

(그는) 지내었기를 (바라다)

쌍수 καταναλώσαιτον

(너희 둘은) 지내었기를 (바라다)

καταναλωσαίτην

(그 둘은) 지내었기를 (바라다)

복수 καταναλώσαιμεν

(우리는) 지내었기를 (바라다)

καταναλώσαιτε

(너희는) 지내었기를 (바라다)

καταναλώσαιεν

(그들은) 지내었기를 (바라다)

명령법단수 κατανάλωσον

(너는) 지내었어라

καταναλωσάτω

(그는) 지내었어라

쌍수 καταναλώσατον

(너희 둘은) 지내었어라

καταναλωσάτων

(그 둘은) 지내었어라

복수 καταναλώσατε

(너희는) 지내었어라

καταναλωσάντων

(그들은) 지내었어라

부정사 καταναλώσαι

지내었는 것

분사 남성여성중성
καταναλωσᾱς

καταναλωσαντος

καταναλωσᾱσα

καταναλωσᾱσης

καταναλωσαν

καταναλωσαντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατηνάλωσαμην

(나는) 지내여졌다

κατηνᾶλωσω

(너는) 지내여졌다

κατηνᾶλωσατο

(그는) 지내여졌다

쌍수 κατηνᾶλωσασθον

(너희 둘은) 지내여졌다

κατηνάλωσασθην

(그 둘은) 지내여졌다

복수 κατηνάλωσαμεθα

(우리는) 지내여졌다

κατηνᾶλωσασθε

(너희는) 지내여졌다

κατηνᾶλωσαντο

(그들은) 지내여졌다

접속법단수 καταναλώσωμαι

(나는) 지내여졌자

καταναλώσῃ

(너는) 지내여졌자

καταναλώσηται

(그는) 지내여졌자

쌍수 καταναλώσησθον

(너희 둘은) 지내여졌자

καταναλώσησθον

(그 둘은) 지내여졌자

복수 καταναλωσώμεθα

(우리는) 지내여졌자

καταναλώσησθε

(너희는) 지내여졌자

καταναλώσωνται

(그들은) 지내여졌자

기원법단수 καταναλωσαίμην

(나는) 지내여졌기를 (바라다)

καταναλώσαιο

(너는) 지내여졌기를 (바라다)

καταναλώσαιτο

(그는) 지내여졌기를 (바라다)

쌍수 καταναλώσαισθον

(너희 둘은) 지내여졌기를 (바라다)

καταναλωσαίσθην

(그 둘은) 지내여졌기를 (바라다)

복수 καταναλωσαίμεθα

(우리는) 지내여졌기를 (바라다)

καταναλώσαισθε

(너희는) 지내여졌기를 (바라다)

καταναλώσαιντο

(그들은) 지내여졌기를 (바라다)

명령법단수 κατανάλωσαι

(너는) 지내여졌어라

καταναλωσάσθω

(그는) 지내여졌어라

쌍수 καταναλώσασθον

(너희 둘은) 지내여졌어라

καταναλωσάσθων

(그 둘은) 지내여졌어라

복수 καταναλώσασθε

(너희는) 지내여졌어라

καταναλωσάσθων

(그들은) 지내여졌어라

부정사 καταναλώσεσθαι

지내여졌는 것

분사 남성여성중성
καταναλωσαμενος

καταναλωσαμενου

καταναλωσαμενη

καταναλωσαμενης

καταναλωσαμενον

καταναλωσαμενου

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • καίτοι οὐχ οὕτωσ ἐγώ εἰμι ἀθλία οὐδ’ οὕτω περὶ πολλοῦ ποιοῦμαι χρήματα ὥστ’ ἐπιορκήσασα κατὰ τῶν παίδων τῶν ἐμαυτῆσ τὸν βίον καταναλίσκειν, ἀδίκωσ δὲ ἀφελέσθαι τὴν τοῦ πατρὸσ οὐσίαν. (Dionysius of Halicarnassus, chapter 25 6:1)

    (디오니시오스, chapter 25 6:1)

  • ’ Ἴστροσ δέ φησι Χοιρίλον τὸν ποιητὴν παρ’ Ἀρχελάου τέσσαρασ μνᾶσ ἐφ’ ἡμέρᾳ λαμβάνοντα ταύτασ καταναλίσκειν εἰσ ὀψοφαγίαν, γενόμενον ὀψοφάγον. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 8, book 8, chapter 35 2:2)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 8, book 8, chapter 35 2:2)

  • τοὺσ δὲ ἱερεῖσ πᾶσαν ἡμέραν τῇ θεῷ ἀληθινοὺσ ἰχθῦσ ἐπὶ τὴν τράπεζαν ὀψοποιησαμένουσ παρατιθέναι, ἑφθούσ τε ὁμοίωσ καὶ ὀπτούσ, οὓσ δὴ αὐτοὶ καταναλίσκουσιν οἱ τῆσ θεοῦ ἱερεῖσ. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 8, book 8, chapter 37 2:2)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 8, book 8, chapter 37 2:2)

  • τὰ δὲ πεμπόμενα σιτία τῷ Κλεάρχῳ τοὺσ συνδεδεμένουσ στρατιώτασ ἀφαιρεῖσθαι καὶ καταναλίσκειν, ὀλίγα τῷ Κλεάρχῳ διδόντασ ἀπ’ αὐτῶν, ἰάσασθαι δὲ καὶ τοῦτό φησιν ὁ Κτησίασ, πλείονα τῷ Κλεάρχῳ πέμπεσθαι διαπραξάμενοσ, ἰδίᾳ, δὲ ἕτερα τοῖσ στρατιώταισ δίδοσθαι· (Plutarch, Artaxerxes, chapter 18 2:1)

    (플루타르코스, Artaxerxes, chapter 18 2:1)

  • "καὶ γὰρ αὐτοὶ τοῦτον τὸν τρόπον ἔζων, ὥστε τοὺσ μὲν νέουσ ἐν τοῖσ αὐλητριδίοισ καὶ παρὰ ταῖσ ἑταίραισ διατρίβειν, τοὺσ δὲ μικρὸν ἐκείνων πρεσβυτέρουσ ἐν πότοισ καὶ κύβοισ καὶ ταῖσ τοιαύταισ ἀσωτίαισ, τὸν δὲ δῆμον ἅπαντα πλείω καταναλίσκειν εἰσ τὰσ κοινὰσ ἑστιάσεισ καὶ κρεανομίασ ἤπερ εἰσ τὴν τῆσ πόλεωσ διοίκησιν. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 12, book 12, chapter 20 1:193)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 12, book 12, chapter 20 1:193)

유의어

  1. 지내다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION