헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἀπαναλίσκω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἀπαναλίσκω

형태분석: ἀπ (접두사) + ἀναλίσκ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to use quite up, utterly consume

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀπαναλίσκω

ἀπαναλίσκεις

ἀπαναλίσκει

쌍수 ἀπαναλίσκετον

ἀπαναλίσκετον

복수 ἀπαναλίσκομεν

ἀπαναλίσκετε

ἀπαναλίσκουσιν*

접속법단수 ἀπαναλίσκω

ἀπαναλίσκῃς

ἀπαναλίσκῃ

쌍수 ἀπαναλίσκητον

ἀπαναλίσκητον

복수 ἀπαναλίσκωμεν

ἀπαναλίσκητε

ἀπαναλίσκωσιν*

기원법단수 ἀπαναλίσκοιμι

ἀπαναλίσκοις

ἀπαναλίσκοι

쌍수 ἀπαναλίσκοιτον

ἀπαναλισκοίτην

복수 ἀπαναλίσκοιμεν

ἀπαναλίσκοιτε

ἀπαναλίσκοιεν

명령법단수 ἀπανάλισκε

ἀπαναλισκέτω

쌍수 ἀπαναλίσκετον

ἀπαναλισκέτων

복수 ἀπαναλίσκετε

ἀπαναλισκόντων, ἀπαναλισκέτωσαν

부정사 ἀπαναλίσκειν

분사 남성여성중성
ἀπαναλισκων

ἀπαναλισκοντος

ἀπαναλισκουσα

ἀπαναλισκουσης

ἀπαναλισκον

ἀπαναλισκοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀπαναλίσκομαι

ἀπαναλίσκει, ἀπαναλίσκῃ

ἀπαναλίσκεται

쌍수 ἀπαναλίσκεσθον

ἀπαναλίσκεσθον

복수 ἀπαναλισκόμεθα

ἀπαναλίσκεσθε

ἀπαναλίσκονται

접속법단수 ἀπαναλίσκωμαι

ἀπαναλίσκῃ

ἀπαναλίσκηται

쌍수 ἀπαναλίσκησθον

ἀπαναλίσκησθον

복수 ἀπαναλισκώμεθα

ἀπαναλίσκησθε

ἀπαναλίσκωνται

기원법단수 ἀπαναλισκοίμην

ἀπαναλίσκοιο

ἀπαναλίσκοιτο

쌍수 ἀπαναλίσκοισθον

ἀπαναλισκοίσθην

복수 ἀπαναλισκοίμεθα

ἀπαναλίσκοισθε

ἀπαναλίσκοιντο

명령법단수 ἀπαναλίσκου

ἀπαναλισκέσθω

쌍수 ἀπαναλίσκεσθον

ἀπαναλισκέσθων

복수 ἀπαναλίσκεσθε

ἀπαναλισκέσθων, ἀπαναλισκέσθωσαν

부정사 ἀπαναλίσκεσθαι

분사 남성여성중성
ἀπαναλισκομενος

ἀπαναλισκομενου

ἀπαναλισκομενη

ἀπαναλισκομενης

ἀπαναλισκομενον

ἀπαναλισκομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to use quite up

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION