ἰάχω
Non-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
ἰάχω
Structure:
ἰάχ
(Stem)
+
ω
(Ending)
Sense
- to cry, shout, shriek
- to ring, resound, to roar, to twang, to hiss
- to sound forth, to proclaim, were sounding
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- ἀλλ’ οὐ πεῖθ’ Ἄρεοσ μεγαλήτορα θυμόν, ἀλλὰ μέγα ἰάχων φλογὶ εἴκελά τ’ ἔγχεα πάλλων καρπαλίμωσ ἐπόρουσε βίῃ Ἡρακληείῃ κακτάμεναι μεμαώσ· (Hesiod, Shield of Heracles, Book Sh. 43:2)
- ὣσ ἄρα φωνήσασ εἰρύσσατο φάσγανον ὀξὺ χάλκεον, ἀμφοτέρωθεν ἀκαχμένον, ἆλτο δ’ ἐπ’ αὐτῷ σμερδαλέα ἰάχων· (Homer, Odyssey, Book 22 13:1)
- ἀμφὶ δ’ ἄρ’ αὐτῷ βαῖνε λέων ὣσ ἀλκὶ πεποιθώσ, πρόσθε δέ οἱ δόρυ τ’ ἔσχε καὶ ἀσπίδα πάντοσ’ ἐί̈σην, τὸν κτάμεναι μεμαὼσ ὅσ τισ τοῦ γ’ ἀντίοσ ἔλθοι σμερδαλέα ἰάχων· (Homer, Iliad, Book 5 35:2)
- ἂψ δ’ ὃ πάϊσ πρὸσ κόλπον ἐϋζώνοιο τιθήνησ ἐκλίνθη ἰάχων πατρὸσ φίλου ὄψιν ἀτυχθεὶσ ταρβήσασ χαλκόν τε ἰδὲ λόφον ἱππιοχαίτην, δεινὸν ἀπ’ ἀκροτάτησ κόρυθοσ νεύοντα νοήσασ. (Homer, Iliad, Book 6 44:2)
- αὐτὸσ δ’ ἐκ δίφροιο χαμαὶ θόρε παμφανόωντοσ σμερδαλέα ἰάχων· (Homer, Iliad, Book 8 34:10)
Synonyms
-
to cry
- ἰαχέω (to cry, shout, shriek)
- ἀυτέω (to cry, shout)
- κράζω (I scream, shriek, cry)
- κωκύω (to shriek, cry, wail)
- ἀλαλάζω (to cry or shout aloud)
- ἀνολολύζω (to cry aloud, shout )
- ἰύζω (to shout, yell, to yell or cry)
- θρέομαι (to cry aloud, shriek forth)
- ἀνευφημέω (to shout eu)fh/mei or eu)fhmei=te, to cry aloud, shriek)
- προβοάω (to shout before, cry aloud)
- ἀλαλάζω (to raise the war-cry, to shout the shout of)