Ancient Greek-English Dictionary Language


Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ἀνολολύζω

Structure: ἀν (Prefix) + ὀλολύζ (Stem) + ω (Ending)


  1. to cry aloud, shout (with joy)
  2. to bewail loudly
  3. to excite by Bacchic cries


Present tense

1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἀνολολύζω ἀνολολύζεις ἀνολολύζει
Dual ἀνολολύζετον ἀνολολύζετον
Plural ἀνολολύζομεν ἀνολολύζετε ἀνολολύζουσιν*
SubjunctiveSingular ἀνολολύζω ἀνολολύζῃς ἀνολολύζῃ
Dual ἀνολολύζητον ἀνολολύζητον
Plural ἀνολολύζωμεν ἀνολολύζητε ἀνολολύζωσιν*
OptativeSingular ἀνολολύζοιμι ἀνολολύζοις ἀνολολύζοι
Dual ἀνολολύζοιτον ἀνολολυζοίτην
Plural ἀνολολύζοιμεν ἀνολολύζοιτε ἀνολολύζοιεν
ImperativeSingular ἀνολόλυζε ἀνολολυζέτω
Dual ἀνολολύζετον ἀνολολυζέτων
Plural ἀνολολύζετε ἀνολολυζόντων, ἀνολολυζέτωσαν
Infinitive ἀνολολύζειν
Participle MasculineFeminineNeuter
ἀνολολυζων ἀνολολυζοντος ἀνολολυζουσα ἀνολολυζουσης ἀνολολυζον ἀνολολυζοντος
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἀνολολύζομαι ἀνολολύζει, ἀνολολύζῃ ἀνολολύζεται
Dual ἀνολολύζεσθον ἀνολολύζεσθον
Plural ἀνολολυζόμεθα ἀνολολύζεσθε ἀνολολύζονται
SubjunctiveSingular ἀνολολύζωμαι ἀνολολύζῃ ἀνολολύζηται
Dual ἀνολολύζησθον ἀνολολύζησθον
Plural ἀνολολυζώμεθα ἀνολολύζησθε ἀνολολύζωνται
OptativeSingular ἀνολολυζοίμην ἀνολολύζοιο ἀνολολύζοιτο
Dual ἀνολολύζοισθον ἀνολολυζοίσθην
Plural ἀνολολυζοίμεθα ἀνολολύζοισθε ἀνολολύζοιντο
ImperativeSingular ἀνολολύζου ἀνολολυζέσθω
Dual ἀνολολύζεσθον ἀνολολυζέσθων
Plural ἀνολολύζεσθε ἀνολολυζέσθων, ἀνολολυζέσθωσαν
Infinitive ἀνολολύζεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ἀνολολυζομενος ἀνολολυζομενου ἀνολολυζομενη ἀνολολυζομενης ἀνολολυζομενον ἀνολολυζομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.


  1. to cry aloud

  2. to bewail loudly


Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool