Ancient Greek-English Dictionary Language


Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ἀναλαλάζω

Structure: ἀν (Prefix) + ἀλαλάζ (Stem) + ω (Ending)


  1. to raise a war-cry, cry aloud


Present tense

1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἀναλαλάζω ἀναλαλάζεις ἀναλαλάζει
Dual ἀναλαλάζετον ἀναλαλάζετον
Plural ἀναλαλάζομεν ἀναλαλάζετε ἀναλαλάζουσιν*
SubjunctiveSingular ἀναλαλάζω ἀναλαλάζῃς ἀναλαλάζῃ
Dual ἀναλαλάζητον ἀναλαλάζητον
Plural ἀναλαλάζωμεν ἀναλαλάζητε ἀναλαλάζωσιν*
OptativeSingular ἀναλαλάζοιμι ἀναλαλάζοις ἀναλαλάζοι
Dual ἀναλαλάζοιτον ἀναλαλαζοίτην
Plural ἀναλαλάζοιμεν ἀναλαλάζοιτε ἀναλαλάζοιεν
ImperativeSingular ἀναλάλαζε ἀναλαλαζέτω
Dual ἀναλαλάζετον ἀναλαλαζέτων
Plural ἀναλαλάζετε ἀναλαλαζόντων, ἀναλαλαζέτωσαν
Infinitive ἀναλαλάζειν
Participle MasculineFeminineNeuter
ἀναλαλαζων ἀναλαλαζοντος ἀναλαλαζουσα ἀναλαλαζουσης ἀναλαλαζον ἀναλαλαζοντος
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἀναλαλάζομαι ἀναλαλάζει, ἀναλαλάζῃ ἀναλαλάζεται
Dual ἀναλαλάζεσθον ἀναλαλάζεσθον
Plural ἀναλαλαζόμεθα ἀναλαλάζεσθε ἀναλαλάζονται
SubjunctiveSingular ἀναλαλάζωμαι ἀναλαλάζῃ ἀναλαλάζηται
Dual ἀναλαλάζησθον ἀναλαλάζησθον
Plural ἀναλαλαζώμεθα ἀναλαλάζησθε ἀναλαλάζωνται
OptativeSingular ἀναλαλαζοίμην ἀναλαλάζοιο ἀναλαλάζοιτο
Dual ἀναλαλάζοισθον ἀναλαλαζοίσθην
Plural ἀναλαλαζοίμεθα ἀναλαλάζοισθε ἀναλαλάζοιντο
ImperativeSingular ἀναλαλάζου ἀναλαλαζέσθω
Dual ἀναλαλάζεσθον ἀναλαλαζέσθων
Plural ἀναλαλάζεσθε ἀναλαλαζέσθων, ἀναλαλαζέσθωσαν
Infinitive ἀναλαλάζεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ἀναλαλαζομενος ἀναλαλαζομενου ἀναλαλαζομενη ἀναλαλαζομενης ἀναλαλαζομενον ἀναλαλαζομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.


  1. to raise a war-cry


Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool