Ancient Greek-English Dictionary Language


Non-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: συναλαλάζω

Structure: συν (Prefix) + ἀλαλάζ (Stem) + ω (Ending)


  1. to cry aloud together
  2. to greet aloud


Present tense

1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συναλαλάζω συναλαλάζεις συναλαλάζει
Dual συναλαλάζετον συναλαλάζετον
Plural συναλαλάζομεν συναλαλάζετε συναλαλάζουσιν*
SubjunctiveSingular συναλαλάζω συναλαλάζῃς συναλαλάζῃ
Dual συναλαλάζητον συναλαλάζητον
Plural συναλαλάζωμεν συναλαλάζητε συναλαλάζωσιν*
OptativeSingular συναλαλάζοιμι συναλαλάζοις συναλαλάζοι
Dual συναλαλάζοιτον συναλαλαζοίτην
Plural συναλαλάζοιμεν συναλαλάζοιτε συναλαλάζοιεν
ImperativeSingular συναλάλαζε συναλαλαζέτω
Dual συναλαλάζετον συναλαλαζέτων
Plural συναλαλάζετε συναλαλαζόντων, συναλαλαζέτωσαν
Infinitive συναλαλάζειν
Participle MasculineFeminineNeuter
συναλαλαζων συναλαλαζοντος συναλαλαζουσα συναλαλαζουσης συναλαλαζον συναλαλαζοντος
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συναλαλάζομαι συναλαλάζει, συναλαλάζῃ συναλαλάζεται
Dual συναλαλάζεσθον συναλαλάζεσθον
Plural συναλαλαζόμεθα συναλαλάζεσθε συναλαλάζονται
SubjunctiveSingular συναλαλάζωμαι συναλαλάζῃ συναλαλάζηται
Dual συναλαλάζησθον συναλαλάζησθον
Plural συναλαλαζώμεθα συναλαλάζησθε συναλαλάζωνται
OptativeSingular συναλαλαζοίμην συναλαλάζοιο συναλαλάζοιτο
Dual συναλαλάζοισθον συναλαλαζοίσθην
Plural συναλαλαζοίμεθα συναλαλάζοισθε συναλαλάζοιντο
ImperativeSingular συναλαλάζου συναλαλαζέσθω
Dual συναλαλάζεσθον συναλαλαζέσθων
Plural συναλαλάζεσθε συναλαλαζέσθων, συναλαλαζέσθωσαν
Infinitive συναλαλάζεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
συναλαλαζομενος συναλαλαζομενου συναλαλαζομενη συναλαλαζομενης συναλαλαζομενον συναλαλαζομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.


  • τούτων δὲ περὶ ταῦτ’ ὄντων οἱ μὲν τοῦ Δημητρίου στρατιῶται πανταχοῦ περιπλέοντεσ κλίμακασ προσέφερον τοῖσ τείχεσι καὶ βιαιότερον ἐνέκειντο, συναγωνιζομένων καὶ τῶν ἀπὸ τῆσ γῆσ πανταχόθεν καὶ συναλαλαζόντων. (Diodorus Siculus, Bibliotheca Historica, Books XVIII-XX, book 20, chapter 87 2:2)
  • Γενομένησ δὲ τῆσ ἐξ ἀμφοῖν συμπτώσεωσ μετὰ βίασ καὶ κραυγῆσ ὑπερβαλλούσησ, ὡσ ἂν ἀμφοτέρων ὁμοῦ συναλαλαζόντων, ἅμα δὲ καὶ τῶν ἐκτὸσ τῆσ μάχησ ἐπιβοώντων τοῖσ ἀγωνιζομένοισ, ἦν τὸ γινόμενον ἐκπληκτικὸν καὶ παραστατικὸν ἀγωνίασ. (Polybius, Histories, book 18, chapter 25 1:1)


  1. to cry aloud together

  2. to greet aloud


Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool