ἔρευνα?
명사;
자동번역
로마알파벳 전사: ereuna
고전 발음: [에레우나]
신약 발음: [애레우나]
기본형:
ἔρευνα
뜻
- 탐구, 문의, 조사
- an inquiry, a search
- (medicine) an exploratory operation
- φῶς Κυρίου πνοὴ ἀνθρώπων, ὃς ἐρευνᾷ ταμιεῖα κοιλίας. (Septuagint, Liber Proverbiorum 20:21)
(70인역 성경, 잠언 20:21)
- τοῖς δὲ κραταιοῖς ἰσχυρὰ ἐφίσταται ἔρευνα. (Septuagint, Liber Sapientiae 6:8)
(70인역 성경, 지혜서 6:8)
- εὐθὺς δ ἐρευνᾷ γραῖαν ὠλένην λαβών, ἐπ αὐτοφώρῳ πρέσβυν ὡς ἔχονθ ἕλοι. (Euripides, Ion, episode 6:9)
(에우리피데스, Ion, episode 6:9)
- ἐοίκε γάρ ἥ τε μοιχεία πολυπραγμοσύνη τις ἀλλοτρίας ἡδονῆς εἶναι καὶ ζήτησις καὶ ἔρευνα τῶν φυλαττομένων καὶ λανθανόντων τοὺς πολλούς: (Plutarch, De curiositate, section 8 1:9)
(플루타르코스, De curiositate, section 8 1:9)
- ἐοίκε γάρ ἥ τε μοιχεία πολυπραγμοσύνη τις ἀλλοτρίας ἡδονῆς εἶναι καὶ ζήτησις καὶ ἔρευνα τῶν φυλαττομένων καὶ λανθανόντων τοὺς πολλούς: (Plutarch, De curiositate, section 8 4:1)
(플루타르코스, De curiositate, section 8 4:1)