εἰσακούω
비축약 동사;
자동번역
로마알파벳 전사:
고전 발음: []
신약 발음: []
기본형:
εἰσακούω
εἰσακούσομαι
형태분석:
εἰς
(접두사)
+
ἀκού
(어간)
+
ω
(인칭어미)
뜻
- 듣다, 알게 되다
- to hearken or give ear to one
- to hear
- to hearken to, give heed to
활용 정보
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- καὶ ἔγραψεν πρὸσ αὐτοὺσ βιβλίον δεύτερον λέγων Εἰ ἐμοὶ ὑμεῖσ καὶ τῆσ φωνῆσ μου ὑμεῖσ εἰσακούετε, λάβετε τὴν κεφαλὴν ἀνδρῶν τῶν υἱῶν τοῦ κυρίου ὑμῶν καὶ ἐνέγκατε πρόσ με ὡσ ἡ ὥρα αὔριον εἰσ Ιεζραελ. καὶ οἱ υἱοὶ τοῦ βασιλέωσ ἦσαν ἑβδομήκοντα ἄνδρεσ. οὗτοι ἁδροὶ τῆσ πόλεωσ ἐξέτρεφον αὐτούσ. (Septuagint, Liber II Regum 10:6)
(70인역 성경, 열왕기 하권 10:6)
- καὶ ὑμεῖσ οἶκοσ Ἰσραήλ, τάδε λέγει Κύριοσ Κύριοσ. ἕκαστοσ τὰ ἐπιτηδεύματα αὐτοῦ ἐξάρατε. καὶ μετὰ ταῦτα εἰ ὑμεῖσ εἰσακούετέ μου καὶ τὸ ὄνομά μου τὸ ἅγιον οὐ βεβηλώσετε οὐκέτι ἐν τοῖσ δώροισ ὑμῶν καὶ ἐν τοῖσ ἐπιτηδεύμασιν ὑμῶν. (Septuagint, Prophetia Ezechielis 20:39)
(70인역 성경, 에제키엘서 20:39)
유의어
-
to hearken or give ear to one
-
듣다
-
to hearken to
파생어
- ἀκούω (듣다, 배우다, 알게 되다)
- ἀντακούω (to hear in turn, to hear in return)
- διακούω (to hear through, hear out or to the end, to hear or learn)
- ἐνακούω (경청하다, 복종하다)
- ἐξακούω (to hear a sound, from a distance)
- ἐπακούω (듣다, 알게 되다, 늘어뜨리다)
- κατακούω (시중들다, 전념하다, 헌신하다)
- παρακούω (오해하다)
- προακούω (to hear beforehand)
- προσακούω (to hear besides)
- συνακούω (듣다, 알게 되다, 접하다)
- συνεξακούω (to hear all together)
- ὑπακούω (듣다, 경청하다, 귀를 기울이다)