Ancient Greek-English Dictionary Language

διχότομος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: διχότομος διχότομος διχότομον

Structure: διχοτομ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: te/mnw

Sense

  1. cut in half, equally divided

Examples

  • αἱ δὲ πρὸσ ἥλιον σχέσεισ αὐτῆσ ἐν τριγώνοισ καὶ τετραγώνοισ ἀποστήμασι διχοτόμουσ καὶ ἀμφικύρτουσ σχηματισμοὺσ λαμβάνουσιν ἓξ δὲ ζῴδια διελθοῦσα τὴν πανσέληνον ὥσπερ τινὰ συμφωνίαν ἐν ἑξατόνῳ διὰ πασῶν ἀποδίδωσι. (Plutarch, De animae procreatione in Timaeo, section 31 11:1)
  • τὰσ νουμηνίασ οἱ Ῥωμαῖοι καλάνδασ καλοῦσι, τὰσ δὲ διχοτόμουσ νόννασ, τὰσ δὲ πανσελήνουσ εἰδούσ. (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, Books X-XX, book 16, chapter 3 3:2)

Synonyms

  1. cut in half

Related

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION