Ancient Greek-English Dictionary Language

διχότομος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: διχότομος διχότομος διχότομον

Structure: διχοτομ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: te/mnw

Sense

  1. cut in half, equally divided

Examples

  • "ἢ τὸ πρὸσ τὴν διχότομον ἀπορούμενον; (Plutarch, De faciae quae in orbe lunae apparet, section 17 2:1)
  • "θαυμάζω πῶσ τὴν διχότομον ἐφ’ ἡμᾶσ κινοῦσιν , ἐμπίπτουσαν μετὰ τῆσ ἀμφικύρτου καὶ τῆσ μηνοειδοῦσ. (Plutarch, De faciae quae in orbe lunae apparet, section 181)
  • ἡ μὲν γὰρ μεγίστη περὶ τὴν Ἐλεφαντίνην ὀκτὼ γίγνεται καὶ εἴκοσι πήχεων, ὅσα φῶτα καὶ μέτρα τῶν ἐμμήνων περιόδων ἑκάστησ ἔστιν ἡ δὲ περὶ Μένδητα καὶ Ξόιν βραχυτάτη πήχεων ἓξ πρὸσ τὴν διχότομον· (Plutarch, De Iside et Osiride, section 432)

Synonyms

  1. cut in half

Related

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION